Σε συνέχεια των:
- Ιστορική ανασκόπηση – η λεγομένη Δυτική ή Παπικοκαθολική εκκλησία (μέρος I).
- Ιστορική καταγραφή, του σχίσματος,επί εποχής του Μ.Φωτίου 863/867 μ.Χ. (μέρος II).
- Το Βουλγαρικό ζήτημα ως αφορμή και το Filioque (μέρος III).
- Η Σύνοδος του 879 (εν Κωνσταντινουπόλει) μέρος IV.
- Το Μεγάλο Σχίσμα του 1054 μ.Χ. μέρος V.
Το έκτο αυτό μέρος της ιστορικής μας αναδρομής αγγίζει με μοναδική ιστορική ειλικρίνεια τη μεγάλη τραγωδία των σχέσεων Ανατολής και Δύσης, τις αποτυχημένες προσπάθειες ένωσης. Το κείμενο αναδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια που συχνά αποσιωπάται. Ενώ ο απλός λαός και οι ευσεβείς χριστιανοί εκατέρωθεν ποθούσαν την ειρήνη, οι ηγέτες τους (πολιτικοί και θρησκευτικοί) χρησιμοποιούσαν την «Ένωση» ως διπλωματικό χαρτί, οι Πάπες επεδίωκαν την πλήρη εκκλησιαστική υποταγή και κυριαρχία επί της Ανατολής και οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες επεδίωκαν τη στρατιωτική βοήθεια της Δύσης απέναντι στην ολοένα αυξανόμενη απειλή των Τούρκων.
Η Τέταρτη Σταυροφορία (1204 μ.Χ.) και η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (Γαλλοενετούς) σφράγισαν οριστικά τις ψυχές των Ορθοδόξων με βαθιά αποστροφή προς τη Δύση. Οι λεηλασίες των ναών, η βεβήλωση της Αγίας Τράπεζας της Αγίας Σοφίας, η αρπαγή των ιερών κειμηλίων και οι βιαιοπραγίες κατά του πληθυσμού κατέστησαν την υποταγή στη Ρώμη αδιανόητη για τον ελληνικό λαό.
Αφού έγινε το σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, η μεν Δυτική εξακολουθούσε να απομακρύνεται από την αποστολική διδασκαλία, επινοώντας νέα δόγματα και νεωτερισμούς, ενώ η Ανατολική έμεινε πιστή και σταθερή στη διδασκαλία των Αγίων Γραφών και των Οικουμενικών Συνόδων. Υπήρχε όμως μεγάλη επιθυμία των ευσεβών χριστιανών, και Ελλήνων και Λατίνων, για την ένωση και τη χριστιανική αγάπη.
Και έγιναν μεν δοκιμές για τον σκοπό αυτόν, αλλά δεν ήταν δυνατόν να επιτύχουν, διότι εκείνοι, οι οποίοι επιχειρούσαν τις δοκιμές αυτές, και ήταν αρμόδιοι, δεν εργάζονταν με ειλικρίνεια, δηλ. δεν το έκαναν για τη χριστιανική αγάπη και ειρήνη, αλλά για άλλους σκοπούς. Και οι μεν Πάπες λέγοντας ένωση εννοούσαν με αυτό να υποτάξουν την Ανατολική Εκκλησία στις θελήσεις τους, οι δε Αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως με τη λέξη ένωση ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τους Πάπες, και να λάβουν από αυτούς βοήθεια εναντίον των Τούρκων.
Η πρώτη απόπειρα για την ένωση των δύο εκκλησιών έγινε κατά το έτος 1112, όταν ο Πάπας Πασχάλης έστειλε στην Κωνσταντινούπολη, προς τον Αυτοκράτορα Αλέξιο τον Κομνηνό, τον Αρχιεπίσκοπο του Μιλάνου Πέτρο Χρυσολάνο, με τον σκοπό να υπερασπιστεί αυτός τα δόγματα της λατινικής εκκλησίας. Ο Χρυσολάνος είπε πολλά ενώπιον του Αυτοκράτορα και της Συνόδου, και προσπάθησε να αποδείξει ως αληθινή την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού (Filioque), αλλά αποστομώθηκε από τις αποδείξεις τις οποίες παρουσίασαν από την Αγία Γραφή (Ιωάν. 15, 26) οι Ανατολικοί Ευστράτιος, ο Μητροπολίτης Νικαίας, και Ιωάννης Φουρνής, μοναχός, και αναγκάστηκε να αναχωρήσει χωρίς να καταφέρει τίποτα. Και κατά το 1135 ο θεολόγος Ανσέλμος, απεσταλμένος του βασιλιά της Γερμανίας Λοθάριου του Β΄., συζήτησε με τον Μητροπολίτη Νικομηδείας Νικήτα, αλλά και αυτός αναχώρησε άπρακτος.
Αλλά και κατά το 1135, ο βασιλιάς της Γερμανίας Λοθάριος Β΄ έστειλε προς τον Αυτοκράτορα Ιωάννη τον Κομνηνό έναν περίφημο παπικό θεολόγο ονομαζόμενο Άνσελμο, ο οποίος ήταν επίσκοπος του Χάβελμπεργκ. Αυτός συζήτησε μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας με τους Ανατολικούς· αλλά, αφού αποστομώθηκε και αυτός από τον Μητροπολίτη Νικομηδείας Νικήτα, αναχώρησε άπρακτος.
Αλλά και όταν αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Μανουήλ ο Κομνηνός και Πατριάρχης ο Μιχαήλ ο από Αγχιάλου, έγιναν προσπάθειες και διαπραγματεύσεις για την ένωση· αλλά όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις με τους απεσταλμένους του Πάπα διακόπηκαν και δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, εξαιτίας των φοβερών κακουργημάτων που έκαναν οι Σταυροφόροι στην Ανατολή και στους χριστιανούς της Ανατολής. Διότι η ιστορία μαρτυρεί ότι οι Σταυροφόροι έκαναν τόσα κακά στους χριστιανούς της Ανατολής, όσα δεν έκανε κανένας άλλος, και αυτή η αντιχριστιανική διαγωγή των Σταυροφόρων, οι οποίοι όλοι τότε ήταν παπιστές, έκανε τους χριστιανούς της Ανατολής να μισήσουν τους Δυτικούς σε υπερβολικό βαθμό. Αυτό το μαρτυρεί ο ίδιος ο Πάπας της Ρώμης Ιννοκέντιος Γ΄, γράφοντας προς τους Γαλλοενετούς, άρπαγες της Κωνσταντινούπολης, τα εξής:
«Χωρὶς νὰ ἔχητε κανὲν δικαίωμα καὶ καμμίαν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν Ἑλλήνων, καὶ χωρὶς καμμίαν αἰτίαν, ἐξεκλίνατε τῆς καθαρότητος τῆς ὑποσχέσεώς σας, καὶ ἐκυριεύσατε τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἀντὶ νὰ ἐλευθερώσητε πάλιν τὰ Ἱεροσόλυμα· οὕτω δὲ ἐπροτιμήσατε τῶν ἐπουρανίων τὰ ἐπίγεια ἀγαθά. ᾿Αλλὰ τὸ χείριστον ὅλων, ὅτι τινὲς ἀπὸ σᾶς οὔτε θρησκείας, οὔτε ἡλικίας, οὔτε γένους φειδόμενοι ἔπραττον δημοσίᾳ παντὸς εἶδους ἀκαθαρσίας, παραδίδοντες εἰς τὰς ὕβρεις τῶν δούλων ὄχι μόνον τὰς ὑπανδρευμένας γυναῖκας καὶ τὰς χήρας, ἀλλὰ καὶ τὰς παρθένους καὶ τὰς καλογραίας· μὴ εὐχαριστούμενοι δὲ εἰς τὴν διαρπαγὴν τῶν βασιλικῶν θησαυρῶν, καὶ εἰς τὴν λεηλασίαν τῶν οἶκων τῶν μεγιστάνων καὶ ἄλλων, ὡπλίσατε χεῖρα ἱερόσυλον καὶ ἐναντίον των ἐκκλησιαστικῶν κληρονομιῶν, διαρπάζοντες ἀπὸ τοὺς ναούς τοῦ Θεοῦ τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ τὰς ἀργυρᾶς ἀγίας τραπέζας βεβηλοῦντες τὰ θυσιαστήρια, ἀφαιροῦντες τοὺς σταυρούς, τὰς εἰκόνας καὶ τὰ ἅγια λείψανα. Οὕτω δὲ οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποφασίσωσι νὰ ὑποταγῶσιν εἰς τὴν ἰδικήν μας Ρωμαϊκήν ᾿Εκκλησίαν, ἐπειδὴ δὲν βλέπουσιν ἄλλο εἰς τοὺς λατίνους, παρὰ ἐγκλήματα καὶ ἔργα σκότους διὰ τὰ ὁποῖα ἀποστρέφονται αὐτοὺς ὡς κύνας»[1].
Συνεχίζεται …
[1] Οικομ. Αλ. Τόμ. Α΄.


