«Η Δυτική Εκκλησία μέχρι το έτος 863, ή, ακριβέστερα, μέχρι το 1054, αποτελούσε μαζί με την Ανατολική Εκκλησία την «Μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», η οποία αναφέρεται στο Σύμβολο της Πίστεως. Αλλά κατά τους χρόνους εκείνους αποσχίστηκε από την Εκκλησιαστική ενότητα για τους λόγους, τους οποίους θα εκθέσουμε παρακάτω, και αυτό το λυπηρό γεγονός ονομάζεται στην Εκκλησιαστική Ιστορία μεγάλο Σχίσμα.
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είχε πει κάποτε σε μία παραβολή, η οποία όμως είναι και Προφητεία για την Εκκλησία, ότι «Τὴν ὥραν ὅμως ποὺ ἐκοιμῶντο οἱ ἄνθρωποί του, ἦλθεν ὁ ἐχθρός του, ὁ διάβολος δηλαδή, καὶ ἔσπειρεν ᾖραν (ζιζάνια) ἀνάμεσα εἰς τὸν σῖτον καὶ ἔφυγεν.» [1] . Και αληθινά ζιζάνια και όργανα του εχθρού υπήρξαν πολλοί Πάπες της Ρώμης, αλαζόνες και φίλαρχοι, οι οποίοι διέσχισαν τον χιτώνα του Κυρίου, και χώρισαν τον εκλεκτό λαό του Χριστού. Η ιστορία μας βεβαιώνει ότι από τους αρχαιότατους χρόνους επικρατούσε στην Παπική αυλή φιλαρχία και τάση προς δεσποτισμό, και αυτό προξενούσε πολλά σκάνδαλα και ταραχές στην Εκκλησία, όποτε ανέβαιναν στον Παπικό θρόνο άνθρωποι βίαιοι και δεσποτικοί και στερημένοι ευαγγελικού πνεύματος και χριστιανικής αγάπης. Τέτοιοι Πάπες δυστυχώς υπήρξαν πολλοί, όπως ευτυχώς υπήρξαν και άλλοι Πάπες αληθινά άγιοι και πολύ ευαγγελικοί, που τίμησαν τον θρόνο της πρεσβυτέρας Ρώμης. Όλους όμως τους κακούς Πάπες ξεπέρασαν οι πολύ αλαζόνες Πάπες Πελάγιος και Γρηγόριος, Νικόλαος ο Α΄. και Λέων ο Θ΄., όπως θα δούμε παρακάτω.
Αλλά για να κατανοήσουμε καλά ποια ήταν η αφορμή και η αιτία του σχίσματος των χριστιανικών εκκλησιών, είναι ανάγκη να γνωρίζουμε πώς θεωρούσαν οι Πάπες της Ρώμης τον εαυτό τους, και με ποια μέσα ενήργησαν, και ποια ψέματα επινόησαν, και ποιοι κατόρθωσαν να πιστεύονται στη Δύση ότι είναι.
Αν και δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί από τις Άγιες Γραφές ότι ο Απόστολος Πέτρος μετέβη στη Ρώμη και θεμελίωσε την εκκλησία της, πολύ δε περισσότερο δεν δύναται να αποδειχθεί ότι έγινε και επίσκοπος της Ρώμης για πολλά έτη, διότι ούτε οι Πράξεις των Αποστόλων, οι οποίες γράφτηκαν από τον Άγιο Ευαγγελιστή Λουκά, αναφέρουν κάτι τέτοιο, ούτε ο Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του, ενώ χαιρετά ονομαστικά πολλούς ιδιώτες Χριστιανούς της Ρώμης, δεν θα είχε παραλείψει να χαιρετήσει τον Απόστολο Πέτρο, αν ο Πέτρος βρισκόταν στη Ρώμη, και μάλιστα ως επίσκοπος της. Αν και δεν αποδεικνύεται, λέμε, αυτό από τις Άγιες Γραφές, εντούτοις οι Πάπες για κοσμικούς λόγους και πολιτικά συμφέροντα κατόρθωσαν με πολλούς μύθους να διαδώσουν αυτό το ψέμα στη Δύση, να το πιστέψουν δε και οι ίδιοι αργότερα, και να θεωρούν τον εαυτό τους ακόμη και σήμερα ως διαδόχους του Αποστόλου Πέτρου.
Εντούτοις και αν υποθέσουμε ότι ο Πέτρος ίδρυσε την εκκλησία της Ρώμης, ο Πέτρος, κατά την Αγία Γραφή, ίδρυσε και την εκκλησία της Αντιοχείας, ώστε, αν ο Πέτρος, ως ιδρυτής, θα άφηνε κάποιο έκτακτο αξίωμα στους διαδόχους του, το αξίωμα αυτό το άφησε και στον επίσκοπο της Αντιοχείας, και πολύ περισσότερο μάλιστα στον Αντιοχείας, διότι από την Αγία Γραφή αποδεικνύεται ότι ο Πέτρος πήγε και έμεινε στην Αντιόχεια [2], δεν αποδεικνύεται όμως ότι πήγε στη Ρώμη. Αλλά κι αν δεν αποδεικνύεται από τις Άγιες Γραφές, ας υποθέσουμε ότι και ο (Επίσκοπος) Ρώμης είναι διάδοχος του Πέτρου. Αλλά τότε ο Πάπας τι περισσότερο έχει από τον επίσκοπο Αντιοχείας; Τ ί π ο τ ε απολύτως, ώστε λογικότατα καταρρίπτεται αυτό το Παπικό οικοδόμημα.
Αλλά οι Πάπες επενόησαν και άλλα στηρίγματα, δηλαδή παρερμηνείες και παρεξηγήσεις των λόγων του Χριστού. Όταν ο Πέτρος, κατόπιν θείας αποκάλυψης, εκ μέρους όλων των Αποστόλων είπε προς τον Κύριο «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ αἰωνίου, ποὺ ἔχει ζωὴν καὶ δίδει ζωήν», ο Χριστός του είπε «Καὶ ἐγὼ δὲ σοῦ λέγω τοῦτο· ὅτι σὺ εἶσαι Πέτρος καὶ ἐπάνω εἰς αὐτήν τὴν πέτραν τῆς ὁμολογίας σου θὰ οἰκοδομήσω ἀσάλευτον τὴν Ἐκκλησίαν μου….»[3]. Οι Πάπες εξηγούν και ερμηνεύουν το «επάνω σε αυτήν την πέτρα» λέγοντας ότι η πέτρα είναι ο Πέτρος. Αλλά ο Άγιος Παύλος πολεμά φοβερά αυτή την Παπική ερμηνεία λέγοντας «Καὶ ὅλοι ἔπιον τὸ αὐτὸ ποτόν, τὸ ὁποῖον μὲ ὑπερφυσικὴν πνευματικὴν ἐνέργειαν ἀνέβλυσε. Διότι ἔπιναν ἀπὸ ὑπερφυσικὴν καὶ ἀόρατον πέτραν, ποὺ τοὺς ἠκολούθει, ἡ πέτρα δὲ αὐτὴ ἦτο ὁ Χριστός.»[4]. Όλοι δε οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί πατέρες και διδάσκαλοι, οι οποίοι ερμήνευσαν αυτό το χωρίο του Ματθαίου (ιστ΄. 18), φρονούν και αποφασίζουν ότι ο Κύριος θεμελίωσε την εκκλησία του όχι πάνω στο θνητό πρόσωπο του Πέτρου, ο οποίος τον αρνήθηκε τρεις φορές, αλλά στην ομολογία, την οποία ομολόγησε ο Πέτρος, ότι «ο Χριστός είναι ο υιός του Θεού του ζώντος», δηλαδή ο Κύριος οικοδόμησε και θεμελίωσε την εκκλησία του στην πίστη και ομολογία της Θεότητάς Του.
Αλλοίμονο στην Εκκλησία, αν είχε θεμέλιο οποιονδήποτε θνητό άνθρωπο, έστω και Απόστολο. Ο Άγιος Παύλος λέει καθαρά «Ποιὸς εἶναι, λοιπόν, αὐτὸς ὁ Παῦλος καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Ἀπολλώς, παρὰ ὑπηρέται καὶ ἀπόστολοι τοῦ Θεοῦ, διὰ τῶν ὁποίων σεῖς ἐγνωρίσατε καὶ ἐδεχθήκατε τὴν πίστιν; Εἴμεθα ὑπηρέται τοῦ Θεοῦ, ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὴν χάριν καὶ τὰ χαρίσματα, ποὺ μᾶς ἔχει δώσει ὁ Κύριος.Ἐγὼ ἐφύτευσα εἰς σᾶς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πίστιν, ὁ Ἀπολλὼς ἐπότισεν αὐτά, ἀλλ’ ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν αὔξησιν καὶ τὴν καρποφορίαν. (Χωρὶς αὐτὸν σπορὰ καὶ πότισμα θὰ ἦσαν μάταια). Ὥστε εἰς τὴν πραγματικότητα διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ οὔτε ἐκεῖνος ποὺ φυτεύει εἶναι τίποτε, οὔτε ἐκεῖνος ποὺ ποτίζει, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος μὲ τὴν χάριν του δίδει τὴν αὔξησιν. Εἰς αὐτὸν ἀνήκει τὸ πᾶν.»[5].
Αλλά αφού αποδείχθηκε παραπάνω ότι ο Πέτρος πήγε μεν στην Αντιόχεια, δεν πήγε όμως στη Ρώμη, πού θα στηριχθεί η παρερμηνεία των λόγων του Κυρίου προς τον Πέτρο;
Αν και καθόλου δεν αποδεικνύονται αληθείς από τις Άγιες Γραφές αυτές οι αξιώσεις των Παπών, εντούτοις οι Πάπες διέδωσαν επιτηδείως σε όλη τη Δύση με τα ψευδεπίγραφα Κλημέντια και με τις λεγόμενες Ψευδοϊσιδώριες Διατάξεις ως δόγμα πίστεως τα εξής:
- «ότι ο Πάπας της Ρώμης είναι ο μόνος Αρχηγός και Κεφαλή της καθόλου Εκκλησίας, ο αλάθητος Κριτής όλων των Επισκόπων, διάδοχος του Πέτρου, τοποτηρητής του Ιησού Χριστού επί της γης, ο μόνος και απόλυτος θησαυροφύλακας της θείας χάριτος και πολλά άλλα».
Ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία μας ουδέποτε αναγνώρισε τον Πάπα ως αρχηγό αλάθητο και ως κεφαλή της Εκκλησίας, και ουδέποτε θεώρησε νόμιμες τις αντευαγγελικές αξιώσεις των Παπών, αυτό γίνεται φανερό από τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίες καταδίκασαν ως αιρετικούς τους αυτοαποκαλούμενους αλάθητους Πάπες Βιγίλιο και Ονώριο[6]. Μόνον πρωτείο τιμής (primus inter pares=πρώτος μεταξύ ίσων) απέδωσαν στους Πάπες οι Οικουμενικές Σύνοδοι για πολιτικούς λόγους, επειδή δηλ. η Ρώμη είχε χρηματίσει πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού Κράτους, τα οποία δικαιώματα έδωσαν και στον Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως για τους ίδιους πολιτικούς λόγους. Αλλά τα δικαιώματα αυτά είναι καθαρώς πολιτικά· δεν πηγάζουν από θείο κύρος, δεν διατάσσονται στις Άγιες Γραφές, αλλά τα γέννησε η πολιτική ανάγκη και οι κοσμικές περιστάσεις.
Συνεχίζεται …
[1] Ματθ.ΙΓ΄25
[2] Γαλάτας Β΄, 11.
[3] Ματθ,ΙΣΤ, 18
[5] Α΄Κορ. Γ, 5-11
[6] Και άλλοι Πάπες υπήρξαν αιρετικοί. Για παράδειγμα, ο Πάπας Λιβέριος κατά τον 4ο αιώνα ήταν Αρειανός, διότι υπέγραψε αρειανή ομολογία πίστεως! Ο Πάπας Ζώσιμος κατά τον 5ο αιώνα αρνιόταν την προπατορική αμαρτία! Πού είναι λοιπόν το αλάθητο των Παπών στα ζητήματα της Πίστης;



Μία απάντηση στο “Ιστορική ανασκόπηση – η λεγομένη Δυτική ή Παπικοκαθολική εκκλησία (μέρος I).”
[…] Ιστορική ανασκόπηση – η λεγομένη Δυτική ή Παπικοκαθολ… […]
Μου αρέσει!Μου αρέσει!