Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣTIANICMOY ΣТА ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ

Published by

on

ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ Γ. ΚΩΤΗ-ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ- ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Ὑποβληθεῖσα στο Τμήμα Ποιμαντικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ᾿Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης , РОДОС 2001, Β΄ Έκδοσις

Ὁ γεωγράφος – ἱστορικός Στράβων μέ τόν ὅρο «Δωδεκάνησος» ἐννοεῖ τὰ δώδεκα νησιά τῶν Κυκλάδων, πού βρίσκονται γύρω ἀπό τή Δῆλο. Αὐτά εἶναι ἡ Κέως, ἡ Κύθνος, ἡ Σέριφος, ή Μῆλος, ἡ Σίφνος, ἡ Κίμωλος, ἡ Πάρος, ἡ Νάξος, ἡ Σύρος, ἡ Μύκονος, ἡ Τῆνος, ἡ Ἄνδρος[1]. Πρώτη μαρτυρία τοῦ ὀνόματος «Δωδεκάνησος», ἀπό τούς Βυζαντινούς, γίνεται το 781. Σέ χρονογραφία τοῦ Θεοφάνους μνημονεύεται ὁ «δρουγγάριος» τῆς Δωδεκανήσου Θεοφύλακτος τοῦ Ραγγαβέ.


Ὁ Κεδρηνός ἀναφέρει τόν ὅρο «Δωδεκάνησος», έπαναλαμβάνοντας ὅσα γράφει ὁ Θεοφύλακτος.


Σε χρυσόβουλο τοῦ αὐτοκράτορα Αλεξίου τοῦ Γ΄ τοῦ Ἀγγέλου (1195-1203), τοῦ ἔτους 1198, ὑπέρ τῶν Βενετῶν, ἀναφέρεται ὁ ὅρος «Δωδεκάνησος».


Ὑπάρχουν καί ἄλλες πηγές πού καταμαρτυροῦν τή χρησιμοποίηση τοῦ ὀνόματος.

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ στήν περιοχή γίνεται νωρίς καί στήν Κ.Δ. ἀναφέρονται ἡ Χίος, ἡ Σάμος, ἡ Κῶς, ἡ Ρόδος καί ἡ Πάτμος[2].


Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στο τέλος τῆς τρίτης περιοδείας του, ἐρχόμενος ἀπ’ τούς Φιλίππους τό Πάσχα τοῦ 57[3], πέρασε ἀπό τήν Τρωάδα, τή Μυτιλήνη, τή Χίο, τή Σάμο, τή Μίλητο κι ἀπ’ ἐκεῖ πῆγε στήν Κῶ, τή Ρόδο, τή Φοινίκη, τήν Τύρο, τήν Καισάρεια, καταλήγοντας στά Ἱεροσόλυμα.


Ὅσον ἀφορᾶ τό νησί τῆς Πάτμου, ἐκεῖ ἐξορίσθηκε ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἐπί αὐτοκράτορα Δομιτιανοῦ καί ἐκεῖ ἔγραψε τό κορυφαίο ἔργο, τήν «᾿Αποκάλυψη», τό ἔτος 94-95[4].


Γιά τά ἄλλα νησιά δέν ὑπάρχουν σημαντικές πηγές, ὅμως ἡ σημαντική τους θέση μεταξύ Μ. Ασίας καί Κρήτης, ἦταν ὁ λόγος πού ὁ ἀπ. Παῦλος ἔδρασε καί σ’ αὐτή τήν περιοχή-μεταίχμιο.

Στό βίο τοῦ ἁγ. Κλήμεντος γίνεται λόγος γιά τόν ἐπίσκοπο Ρόδου Φωτεινό καί τήν ἐπισκοπή Ρόδου στο τέλος τοῦ γ΄ αἰῶνα.



Στήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Νίκαιας (325), παρέστησαν οἱ ἐπίσκοποι Ρόδου Εὐφρόσυνος καί Κώου Μελίφρων[5].

Στά πρώιμα βυζαντινά χρόνια διαδίδεται ἀκόμα περισσότερο ὁ Χριστιανισμός καί έδραιώνεται, ἀφοῦ μέ τό διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, τό 313, τερματίζονται οἱ διωγμοί τῶν Χριστιανῶν καί ψηφίζεται ἀνεξιθρησκεία.

Κατασκευάζονται σπουδαίου κάλλους ναοί, ὅπως ἡ μεγάλη παλαιοχριστιανική βασιλική στήν Ἀρκάση Καρπάθου, στά ἐρείπια τῆς ἀρχαίας πόλης Αρκεσείας καί πολλές ἀκόμα τρίκλιτες βασιλικές, ἑλληνιστικοῦ τύπου[6].

Στήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη (553), συμμετέχουν ὁ Ρόδου Θεοδόσιος, ὁ Καρπάθου Μηνᾶς, ὁ Λέρου Ἰωάννης, ὁ Τήνου Ἐκδίκιος.

Στήν Στ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη (680), συμμετέχουν ὁ Ρόδου Ἰσίδωρος, ὁ Καρπάθου Ἰωάννης, ὁ Χίου Γεώργιος, ὁ Κώου Γεώργιος, ὁ Ναξίας Γεώργιος, ὁ Θήρας Γεώργιος, ὁ Πάρου Στέφανος καί ὁ Τήνου Δημήτριος.

Στήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στή Νίκαια (786/87), συμμετέχουν ὁ Ρόδου Λέων, ὁ Καρπάθου Λέων καί ὁ Τήνου Εὐστάθιος.

Στίς ἀρχές τοῦ 10ου αἰῶνα συμβαίνουν σημαντικές ἀλλαγές. Ἡ Ρόδος, ἡ Σύμη καί ἄλλα μικρότερα νησιά ὑπάγονται στο ιδ’ θέμα «τῶν Κιβυρραιωτῶν», ἡ Κῶς στό στ’ θέμα «τῆς Σάμου», ἡ Κάρπαθος καί ἡ Κάσος στο θέμα «τῆς Κρήτης»[7]. Μεγάλη σημασία ἔχουν καί οἱ ἐπιδρομές τῶν πειρατῶν, τόν 5ο καί 9ο αἰῶνα[8]. Ἔτσι ἔχουμε τόν 5ο αἰ. ἐπιδρομή τῶν Ἰσαύρων ἀπ’ τήν Ασία, τόν 7ο αἰ. τῶν Περσῶν, τόν 5ο καί 9ο αἰ. τῶν Σαρακηνῶν καί Αράβων, μέ λεηλασίες καί καταστροφές. Κατά τήν Δ’ Σταυροφορία συντελεῖται ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντι- νούπολης, ἐπιδρομή στά νησιά καί κατάληψη τοῦ «Δουκάτου τῆς Δωδεκανήσου».

Μόνο ή Πάτμος παρέμεινε ὑπό τή διοίκηση τῶν μοναχῶν τῆς μονῆς τοῦ ἁγ. Ἰωάννη του Εὐαγγελιστῆ. Ἱδρύεται τότε «ἡ ἐν Πάτμῳ» ἱερά μονή, ἀπό τόν ὅσιο Χριστόδουλο, πού ἀποτελεῖ, ἀπ’ τὰ δύσκολα χρόνια μέχρι σήμερα, ἀξιόλογο θρησκευτικο-πνευματικό κέντρο, γιά τή συντήρηση καί καλλιέργεια τῆς ἑλληνικῆς καί χριστιανικῆς παιδείας, μέ τήν πλουσιώτατη βιβλιοθήκη πού διαθέτει. Αὐτό ἔγινε έμφανές ὅταν «ὑπό τήν σκιάν τῆς μονῆς» ἱδρύθηκε καί λειτούργησε ή περιώνυμος «ΠΑΤΜΙΑΣ ΣΧΟΛΗ», μέ ἐπίσημη λειτουργία ἀπό τό 1713[9].

Τόν 13ο -14ο  αἰ. Γενουάτες καί Βενετοί συναγωνίζονται γιά τήν κατοχή τῶν νήσων, μέχρι που οἱ Φράγκοι τά κυριεύουν (Ενετοκρατία – Φραγκοκρατία 1309-1522)[10].

Τότε ἐφαρμόζεται τό «σχέδιο ἐκλατινισμοῦ» τῶν Ὀρθοδόξων, δηλαδή ἡ πλήρης ὑποδούλωση στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί στή «Γαληνοτάτη Δημοκρατία τῆς Βενετίας». Γινόταν ἐπίσης προσπάθεια ἀλλοίωσης τοῦ ὀρθόδοξου φρονήματος καί ὑποταγῆς στή Δυτική Ἐκκλησία, ὅπως εἶχε γίνει καί στήν Κρήτη, Κύπρο, κ.ά.

Ἡ κατάσταση ἦταν τραγική. Διώχθηκαν οἱ ὀρθόδοξοι μητροπολίτες καί τοποθετήθηκαν Λατίνοι. Στή Ρόδο π.χ. ἱδρύθηκε ἡ ἀρχιεπισκοπή Colossensis, ἀπ’ τόν περίφημο Κολοσσό καί ἐγκαταστάθηκε Λατῖνος ἐπίσκοπος, δηλ. φραγκικό ἀρχιεπισκοπάτο[11].

Λεηλατήθηκε ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς ὑποχρεώνονταν να μνημονεύουν τό ὄνομα τοῦ Πάπα.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὅμως χειροτονοῦσε κανονικά ἀρχιερεῖς τῶν νήσων.

Μετά τήν ταραγμένη κατάσταση στή μητρόπολη Ρόδου (1355-1357), ὁρίζεται μητροπολίτης ὁ Νεῖλος Διαγωρινός[12].


Ὅμως γιά τή σχέση Ὀρθοδόξων καί Λατίνων στή Δωδεκάνησο, μᾶς πληροφορεῖ ἕνα καταστατικό πού συντάχθηκε τό 1475, μεταξύ τοῦ μητροπολίτη Ρόδου Μητροφάνους καί τοῦ «ἀρχιεπισκόπου» Κολοσσῶν Ἰουλιανοῦ Βαλδίνι[13].

Στίς 8 Ἰανουαρίου 1477 ξέσπασαν ταραχές, πολλοί φονεύθησαν καί φυλακίσθηκαν. Ἡ προσπάθεια τῶν Λατίνων κληρικῶν γιά «ἕνωσιν» (1439), καθώς καί λίγων «φιλενωτικῶν» ὀρθοδόξων, δέν ἔφερε κανένα ἀποτέλεσμα. Το μόνο αποτέλεσμα ἦταν οἱ Ὀρθόδοξοι νά παραμείνουν έδραιωμένοι στήν πίστη πού κληρονόμησαν ἀπ᾿ τούς πατέρες τους, παρά τά βίαια καί καταπιεστικά μέσα πού χρησιμοποίησαν οἱ Λατῖνοι. Ὅμως τό 1479 τουρκικές δυνάμεις ἀποβιβάζονται στη Ρόδο[14].

Ἡ γενναιότητα κατοίκων καί ἱπποτῶν ἀπωθεῖ τήν πρώτη καί τή δεύτερη ἀπόπειρα κατάληψης (1479 καί 1480). Τήν τρίτη ὅμως, Ἰούνιος 1522, ἡ Κῶς, ἡ Σύμη καί ἡ Ρόδος, πρῶτες, δοκίμασαν τήν τουρκική μανία.

Στίς 17 Δεκεμβρίου 1522 ἀρχίζει μία ἄλλη περίοδος, τῆς Τουρκοκρατίας, ὥς τό 1912. Χαρακτηριστικό, ἡ ἐλευθερία γλώσσας καί λατρείας, «προνόμια», πού βοήθησαν στήν ὀργάνωση τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἀλλά καί τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων[15].

Μεταφέρεται ἡ ἀρχιεπισκοπή Ρόδου στή Νάξο. Ὅλα τά νησιά ἀπολάμβαναν τά «προνόμια», ἀφοῦ κατελήφθησαν «ἀμαχητί», μόνο ἡ Ρόδος καί ἡ Κῶς τὰ στερήθηκαν, ἀφοῦ κατελήφθησαν «διά πολέμου», σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ Κορανίου[16].

Ἐπανασυνδέονται τά νησιά μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἡ ἐκλογή ἀρχιερέων καί ἱερέων διεξάγεται κανονικά, χωρίς ἐπέμβαση τοῦ κατακτητή.

Μέ τήν ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, καταργοῦνται τά προνόμια καί διώκεται ἡ Ἐκκλησία, γίνονται καταστροφές καί λεηλατήσεις, ὅπως τῶν Ψαρῶν, τῆς Κάσου κ.ἄ.

Σύμφωνα μέ τό πρωτόκολο τοῦ Λονδίνου (3 Φεβρ. 1830), ἡ Ἀγγλία, ἡ Ρωσία, ἡ Γαλλία καί ἡ Τουρκία καθορίζουν τά σύνορα τῆς Ἑλλάδας, ἀπό τά ὁποῖα ἀπεκλείοντο τά νησιά, πού ὑποχρεώθηκαν στόν τουρκικό ζυγό. Αργότερα καταργήθηκε καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα (1869), μετά τήν κατάπνιξη τῆς Ἐπανάστασης τῆς Κρήτης.

Ἀπό τό 1912 ὥς τό 1947, μιά ἄλλη ἐποχή σημαδεύει τήν ἱστορία τῆς Δωδεκανήσου, ἡ «Ἰταλοκρατία»[17].

Ἂν καί ἦταν χριστιανός κατακτητής, χρησιμοποίησε καταχθόνια μέσα καί σχέδια γιά νά ἀλλοιώσει τήν ἐθνική συνείδηση καί τήν πίστη τῶν πατέρων μας.

Ἀνέζησε το «κρυφό σχολειό»[18] καί ἡ Ἐκκλησία, τά δύο συστατικά τῆς δωδεκανησιακῆς ἐλευθερίας.

Στήν ἀρχή οἱ κάτοικοι τῶν νησιῶν εἶδαν τήν κατάληψή τους, τούς χριστιανούς Ιταλούς, ὄχι ὡς κατακτητές, ἀλλ’ ὡς ἀπελευθερωτές, ἰδίως μετά τίς δηλώσεις καί προκηρύξεις, «περί αὐτονομίας τῶν νήσων» τῶν Ἰταλῶν ἀξιωματούχων, ὅπως τοῦ στρατηγοῦ Giovanni Ameglio[19].

Ὅμως τό 1912 ἀπορρίφθηκε ψήφισμα μέ αἰτήματα ἀνεξαρτησίας τῶν τοπικῶν ἀρχῶν καί φάνηκε τό ἀληθινό προσωπεῖο τοῦ κατακτητή.

Κορυφώνεται τό «Δωδεκανησιακό ζήτημα»[20], μέ τήν ἀποπομπή τῶν δύο ἀντιπροσώπων, Μιχ. Βενιαμίν καί Μιχ. Καλαβροῦ, ἀπό τόν Ὑπουργό Εξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας[21].

Ἀκολουθεῖ ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης καί ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μητροπολίτη Βενιαμίν, μετά από συκοφαντίες καί ἡ διαδοχή του ἀπό τόν Ἀπόστολο Τρύφωνος Χατζηαποστόλου. Το 1914 τά θρησκευτικά δικαστήρια εἶναι ὑπό τόν ἔλεγχο τῶν Ἰταλῶν, κάτι πού δέν εἶχε γίνει οὔτε ἀπό τούς Τούρκους. Ὁ Ἀπόστολος ὀργανώνει συλλαλητήρια ὑπέρ τῆς ἕνωσης μέ τήν Ἑλλάδα, μετά τή «μυστική συνθήκη Ἰταλίας- Αντάντ», περί ὁριστικῆς κατοχῆς τῶν νήσων. Ξεσποῦν βιαιόητες καί κατά τοῦ κλήρου, ὅπως π.χ. ἐναντίον τοῦ ἱερέα Παπαλουκᾶ, τῆς Ανθούλας Ζερβοῦ-Μανωλᾶ κ.ἄ[22].

Τότε ἡ Ἰταλία δυσανασχετεῖ καί βοηθᾶ τόν Κεμάλ. Μέ τή συνθήκη τῶν Σεβρῶν καί τοῦ 1920, γίνεται συμφωνία ἀνάμεσα στίς Συμμαχικές δυνάμεις καί τήν Τουρκία[23].

Το 1921 συλλαμβάνεται ὁ Ἀπόστολος, ὕστερα ἀπό περιοδεία πού ἔκανε στά χωριά τῆς Ρόδου καί ἐξορίζεται στήν Πάτμο καί στήν Κωνσταντινούπολη.

Το 1922 ἐξορίζεται ὁ μητροπολίτης Καρπάθου Γερμανός[24].

Μετά τή Μικρασιατική Καταστροφή καί τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν, δημιουργοῦνται καί ἄλλα προβλήματα. Κάτω ἀπό τό βλέμμα τοῦ Μουσολίνι ἀναλαμβάνει διοικητής, ὁ Ἰταλός φασίστας Mario Lago, τό 1924. Τότε διχοτομείται ἡ μητρόπολη Ρόδου σέ: α) Ρόδου (Ρόδος καί Μεγίστη) καί β) Κυκλάδων (Σύμη, Χάλκη, Νίσυρο, Τῆλο), λόγῳ τοῦ ὅτι ἦρθαν καί πολλοί ἱεράρχες πρόσφυγες, ὡς μητροπολίτης ὅμως ἀναγνωριζόταν μόνο ὁ Ἀπόστολος[25].

Σύμφωνα μέ τό διάταγμα τοῦ Lago, οἱ μητροπολίτες Δωδεκανήσου δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἐξάρτηση ἀπό ἀρχή ἔξω τοῦ κράτους. Ἔντονος ἦταν ὁ ἀντίκτυπος τοῦ «Διατάγματος Ἰθαγένειας»[26]. Οἱ Δωδεκανήσιοι ἐθεωροῦντο Ἰταλοί, ἔχοντας εἰδικά προνόμια καί ἐξαιροῦνται στρατιωτικής θητείας.

Στο «περί σχολῶν» διάταγμα, ἀπαγορεύεται στήν Ἐκκλησία ἡ ἀνάμειξη στα σχολεῖα καί τήν ἐκπαίδευση. Ακολούθησαν διαμαρτυρίες μητροπολιτῶν, ὅμως χωρίς ἀποτέλεσμα.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1927 γίνεται δολοφονική ἀπόπειρα κατά τοῦ Ρόδου Ἀποστόλου. Μετά τήν κρισιμότητα τῆς ὑγείας του, παραιτείται.

Μέ ιταλικό διάταγμα τήν 1η Σεπτεμβρίου 1928, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀποκλειόταν ὡς ἐφετεῖο τῶν ἐκκλησιαστικών δικαστηρίων τῆς Δωδεκανήσου καί ὁριζόταν τό ἐφετεῖο πολιτικῶν ὑποθέσεων τῆς Ρόδου.

Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1929 πεθαίνει ὁ πατριάρχης Βασίλειος Γ΄ καί ἀναλαμβάνει ὁ Φώτιος Β΄, πού εἰσηγεῖται δημοψήφισμα τῶν κατοίκων τῶν νησιῶν για «αὐτοκέφαλον»[27].

Ἡ ἰταλική κυβέρνηση θιγόμενη καταργεῖ τά προνόμια καί ἀπαγορεύει κάθε ἀνάμειξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στή Δωδεκάνησο. Καταργεῖ τίς ἐνοριακές, κοινοτικές καί ἐπαρχιακές συνελεύσεις.

Το 1934 παραιτοῦνται οἱ μητροπολίτες καί ἀποσύρονται στήν ἱερά μονή Πανορμίτη. Τό Πατριαρχεῖο δέν ἀπεδέχθη τίς παραιτήσεις. Ακολούθησαν διαμαρτυρίες καί ἐπεισόδια ὥς τήν ἐπάνοδο τῶν μητροπολιτῶν.

Στίς 22 Νοεμβρίου 1936 ὁ Conte de Vecchi di Val Gismon γίνεται ὁ νέος πολιτικός καί στρατιωτικός διοικητής Δωδεκανήσου[28]. Ἐφαρμόζει ἀμέσως ἕνα «πρόγραμμα ἀφελληνισμοῦ καί ἐξιταλισμοῦ», μέ διώξεις κληρικῶν καί διδασκάλων. Γίνεται ὑποχρεωτική ἡ ἐκμάθηση τῆς ἰταλικῆς γλώσσας, με ταυτόχρονη κατάργηση τῆς ἑλληνικῆς, ἀφοῦ ἀπαγορεύονται καί οἱ δημόσιες ἐκκλησιαστικές τελετές[29].

Ἀπό τό 1943 ἕως τό 1945 ἀκολουθεῖ ἡ γερμανική κατοχή. Συμβαίνουν γεγονότα πολιτικῆς φύσεως καί ὄχι ἐκκλησιαστικά. Το ἴδιο καί κατά τά χρόνια τῆς ἀγγλικῆς κατοχῆς, 1944/5 ἕως 31/3/1947, πού παραιτεῖται ὁ Ρόδου Ἀπόστολος.

Στις 26 Ιουνίου γίνεται πατριαρχικός ἔξαρχος πάσης Δωδεκανήσου ὁ μητροπολίτης Ἐδέσσης καί Πέλλης Παντελεήμων, ὁ μετά Θεσσαλονίκης.

Ἀπό τό 1947 ἕως τό 1949 μητροπολίτης Ρόδου εἶναι ὁ ἀπό Αὐστραλίας Τιμόθεος. Ύστερα ἀπό πολλά χρόνια, (1924-1947), παύει να χηρεύει ἡ μητρόπολη Κώου, ἀποσπᾶται ἡ Κάλυμνος καί προσαρτάται στη Μητρόπολη Λέρου. Μητροπολίτης Κώου γίνεται ὁ Ἐμμανουήλ Καρπαθίου, Λέρου-Καλύμνου καί Ἀστυπάλαιας ὁ Ἰσίδωρος Αηδονόπουλος στίς 23/11/1950.

Τό 1951 τή θέση τοῦ Μητροπολίτη Ρόδου καταλαμβάνει ὁ βοηθός ἐπίσκοπος του Θεσσαλονίκης, Ἀπαμείας Σπυρίδων Συνοδινός. Στίς 7 Μαρτίου 1948 γίνεται ἡ «ἐνσωμάτωση τῆς Δωδεκανήσου» μέ τήν Ἑλλάδα καί σηματοδοτεῖται νέα περίοδος πνευματικῶν ἀγώνων[30].

Ὑπάρχουν πολλά γεγονότα πού τονίζουν τή δράση τοῦ χώρου τῆς Δωδεκανήσου στά ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας.

Τόν Αὔγουστο τοῦ 1959 συγκαλεῖται ἡ Σύνοδος τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν». Ἀκολουθοῦν οἱ τρεῖς Πανορθόδοξοι διασκέψεις τῆς Ρόδου:

α) 23/9/1961 ἕως 10/10/1961.

β) 26 ἕως 28/9/1963.

γ) 1 ἕως 15/11/1964[31]

Κλείνοντας τήν εἰσαγωγή – ἀναφορά στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία τῆς Δωδεκανήσου, θεωρῶ ἀναγκαῖο νά ἀναφέρω τίς μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δωδεκανήσου:

α) Μητρόπολη Ρόδου

β) Μητρόπολη Καρπάθου – Κάσου

γ) Μητρόπολη Κώου

δ) Μητρόπολη Λέρου – Καλύμνου – Αστυπάλαιας.

ε) *** Ιερά Μητρόπολις Σύμης, Τήλου, Χάλκης και Καστελλορίζου, 20 Απρ 2004.


[1] Ἐμ. Κωνσταντινίδη, Συμβολή εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν τῆς Δωδεκανή σου, σ. 8.

[2] Π. Ζερλέντου, Ἱστορικαί ἔρευναι περί τάς ἐκκλησίας τῶν νήσων τῆς ᾿Ανατο λικῆς Μεσογείου θαλάσσης, σ. 28.

[3] Χ. Ιωαννίδου, Εἰσαγωγή στήν Κ.Δ., σ. 64.

[4] 4. ᾿Αποκ. 1,9.

[5] Λ. Φιλιππίδου, Συμβολή εἰς τήν ἐκ/κήν ἱστορίαν τῆς νήσου Τήνου, σ. 28.

[6] Π. Λαζαρίδη, Ι. Κονιδάρη, ‘Α. Ορλάνδου, Ἐκκλησιαστική Ιστορία τῆς Ἑλλάδας, σ. 106.

[7] Κ. Παπαρηγοπούλου, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τ. Δ’ σ. 214.

[8] ᾿Α. Ταρσούλη, Δωδεκάνησος, σ. 108.

[9] Π. Λαζαρίδη, Ι. Κονιδάρη, ὅ.π., σ. 108.

[10] Κ. Παπαρηγοπούλου, ὅ.π., τ. Δ΄, σ. 215.

[11] Ε. Κωνσταντινίδη, ὅ.π., σ. 12.

[12] Ζ. Τσιρπανλῆ, Ἡ Ρόδος καί οἱ Ν. Σποράδες στα χρόνια τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν (14ος-16ος αι.), σ. 62.

[13] Jacomo Bosio, «Del’ istoria della Sacra Religione et illustrissima Militia di S. Giovanni Gierosolimitano», σ. 106.

[14] Χ. Παπαχριστοδούλου, Ιστορία τῆς Ρόδου, σ. 126.

[15] Ε. Κωνσταντινίδη, ὅ.π., σ. 16.

[16] Κ. Παπαρηγοπούλου, ὅ.π., τόμ. Δ΄, σ. 218.

[17] Χ. Παπαχριστοδούλου, ὅ.π., σ. 129.

[18] Κ. Βοβολίνης, Ἡ Ἐκκλησία εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας, σ. 38.

[19] Ι. Φραγκοπούλου, Η Δωδ/σος ὑπό τήν Ἰταλοκρατία, σ. 19.

[20] . Σκ. Ζερβού, Το ζήτημα τῆς Δωδ/σου καί τά διπλωματικά αὐτοῦ ἔγγραφα, σ. 48.

[21] Π. Λαζαρίδη, Ι. Κονιδάρη, ᾿Α. Ορλάνδου, ὅ.π., σ. 122.

[22] . Ε. Κωνσταντινίδη, ὅ.π., σ. 16.

[23] . Χ. Παπαχριστοδούλου, ὅ.π., σ. 132.

[24] Ε. Κωνσταντινίδη, ὅ.π., σ. 19,

[25] Π. Λαζαρίδη, Ι. Κονιδάρη, Α. Ορλάνδου, ὅ.π., σ. 128.

[26] Χ. Παπαχριστοδούλου, ὅ.π., σ. 139.

[27] Ε. Κωνσταντινίδη, ὅ.π., σ. 19.

[28] Κ. Παπαρηγοπούλου, ὅ.π., τόμ. Δ΄, σ. 225.

[29] Ε. Κωνσταντινίδη, ὅ.π., σ. 20.

[30] Κ. Παπαρηγοπούλου, ὅ.π., τόμ. Δ΄, σ. 231.

[31] Ε. Κωνσταντινίδη, ὅ.π., σ. 26.