Του πατρός Πλακίδα Deseille, στο βιβλίο του «Μυστική Άνοδος», «Λόγοι στο Τριώδιο».
….δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε τί εἶναι ἡ ταπείνωση στὴ φύση της, ἀλλὰ οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν ὁδό, μᾶς φανερώνουν τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημαντικὸ γιὰ μᾶς. Ποιὸς εἶναι ὁ δρόμος αὐτός; Πολλὰ πράγματα, πολλὲς πτυχὲς τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁδηγοῦν στὴν ταπείνωση. Ἀλλὰ τρία πράγματα, πιστεύω, εἶναι τὰ σημαντικότερα.
Κατ᾿ ἀρχάς, νὰ μὴ μιμηθοῦμε τὸν Φαρισαῖο ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ μιμηθοῦμε τὸν Τελώνη. Νὰ μὴ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καλύτερους ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Νὰ μὴν τοὺς κρίνουμε. Διότι στὸν βαθμό ποὺ δὲν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, εἴτε ἐξωτερικὰ μὲ τὰ λόγια μας εἴτε μέσα μας – βλέπετε τὰ λόγια εἶναι πάντοτε ἔκφραση τῶν λογισμῶν μας μποροῦμε νὰ φθάσουμε στὴν ταπεινοφροσύνη. Ἀντιθέτως, ἂν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, ἂν ἔχουμε γι’ αὐτοὺς λόγους κρίσεως καὶ κατακρίσεως, παίρνουμε δρόμο ἀντίθετο πρὸς τὴν ταπεινοφροσύνη, μιμούμαστε τὸν Φαρισαῖο καὶ δὲν θὰ δικαιωθοῦμε, θὰ ἀποκοποῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂν πάλι συνεχῶς ἀναγνωρίζουμε ὅτι σφάλλουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ Τελώνης, ἂν λυπούμαστε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ τὶς ἀναγνωρίζουμε, ταπεινώνοντας ἔτσι τὸν ἑαυτό μας ἐνώπιον τοῦ Θεο, ἔ… τότε ναί, βαδίζουμε τὴν ὁδὸ τῆς ταπεινοφροσύνης. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ εἶναι παρούσα στὴν προσευχὴ τοῦ Τελώνη (τῆς ἔλειπε ὅμως τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, αὐτὸ τὸ ὄνομα τὸ τόσο σημαντικό, ποὺ εἰσήγαγε μετὰ ἡ παράδοση): «Κύριε, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν!» καὶ δὲν πρέπει νὰ λείπει ἀπὸ τὰ χείλη μας. Μόνο στὸν βαθμὸ ποὺ ἡ στάση αὐτὴ τοῦ Τελώνη θὰ σφραγίσει βαθιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν καρδιά μας, θὰ μπορέσουμε, ἀλλὰ καὶ θὰ ὀφείλουμε, νὰ εὐχαριστοῦμε ἀδιαλείπτως τὸν Κύριο. Ὄχι ὅπως τὸ ἔκανε ὁ Φαρισαῖος, ποὺ εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ ἐπειδὴ δὲν ἦταν ὅπως οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο ἐλάττωμα, ἀλλὰ θὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε ἐπειδή, ἐνῶ δὲν εἴμαστε παρὰ φτωχοὶ ἁμαρτωλοὶ ποὺ δὲν ἔχουμε τίποτε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει γεμίσει μὲ τὰ δῶρα Του. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ εὐχαριστία εἶναι καὶ πάλι σημεῖο ταπεινοφροσύνης. Ἄρα, τὸ πρῶτο βήμα πρὸς τὴν ταπεινοφροσύνη εἶναι τὸ νὰ καταδικάζουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ ἀναγνωρίζουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας, καὶ ποτὲ νὰ μὴν κατηγοροῦμε, ποτὲ νὰ μὴν κρίνουμε καὶ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους.
Στὴ συνέχεια οἱ Πατέρες μᾶς συνιστοῦν, ὡς ὁδὸ πρὸς τὴν ταπείνωση, τὴν ὑπακοή. Ἔχει σημασία ἐξ ἄλλου ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος στὸ ἔργο του «Οὐρανοδρόμος Κλίμαξ» – τὸ βιβλίο αὐτὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία συνιστᾶ νὰ μελετοῦν ὅλοι οἱ Χριστιανοί, κυρίως κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἅγιος λοιπὸν αὐτὸς δὲν μιλάει γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη στὴν ἀρχὴ τῆς Κλίμακός του, ἀλλὰ τὸ κάνει σὲ μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες βαθμίδες, τὴν εἰκοστὴ πέμπτη. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη δὲν εἶναι ἀναγκαία ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴ γεύση, τὸ ἄρωμα τῆς ταπεινοφροσύνης, παρὰ μόνον ὅταν ἔχει καλὰ ριζώσει μέσα μας.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μιλάει πρῶτα, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Κλίμακος, γιὰ τὴν ὑπακοή: ὑπακοὴ ὡς ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος. Ἡ ὑπακοὴ δὲν εἶναι κάτι ποὺ ζητεῖται μόνο ἀπὸ τοὺς μοναχούς, δὲν εἶναι ὑποχρέωση ποὺ ἀναλαμβάνει μόνον ὅποιος εἰσέρχεται στὴ μοναστική ζωή.
Γιὰ νὰ ὑπακούουμε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχουμε κάποιον Ἡγούμενο, νὰ ζοῦμε σὲ Ἀδελφότητα… Κάθε χριστιανὸς ὀφείλει νὰ ἀσκεῖ τὴν ὑπακοή. Καὶ ὄχι μόνον ἔναντι ὅσων ἔχουν ἐξουσία μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλά, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Βενέδικτος, ὁ πατέρας τῶν μοναχῶν της Δύσεως, οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ ὑπακούουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο. Νὰ ἔχουν δηλαδὴ ὅλοι τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς παραίτησης ἀπὸ τὸ θέλημά τους, τῆς ἀπάρνησης τῶν προτιμήσεων καὶ τῶν γούστων τους, τῶν μικρῶν προσωπικῶν τους φαντασιώσεων, ὥστε νὰ ὑποχωροῦν εὔκολα στοὺς ἄλλους, ὅταν δὲν διακυβεύεται κάτι τὸ σημαντικό, ὅταν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ γοῦστα, προτιμήσεις, συγκεκριμένες ἰδέες ποὺ ἔχουμε καί, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀφοροῦν σὲ τίποτε τὸ οὐσιῶδες στὴ ζωή μας. Ἡ στάση αὐτὴ τῆς ὑπακοῆς, τῆς παραίτησης ἀπὸ τὸ θέλημά μας, ἡ στάση κατὰ τὴν ὁποία δίνουμε προτεραιότητα στοὺς ἄλλους καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό μας, τὸ νὰ προτιμοῦμε τὸ δικό τους συμφέρον ἔναντι τοῦ δικοῦ μας, τὶς δικές τους ἐπιθυμίες ἀντὶ τῶν δικῶν μας, εἶναι πολὺ σημαντική, ἂν θέλουμε νὰ προχωρήσουμε πρὸς τὴν ταπείνωση. Καὶ ἀντίστροφα, ἂν δὲν ἔχουμε αὐτὴ τὴν ὑπακοή, ἂν προκρίνουμε πάντα τὸ δικό μας θέλημα, ἂν θέλουμε πάντα νὰ αὐτοεπιβεβαιωνόμαστε καὶ νὰ ἀκολουθοῦμε τὶς προτιμήσεις καὶ φαντασιώσεις μας, τότε δὲν θὰ φθάσουμε ποτὲ στὴν τα πείνωση, δὲν θὰ πετύχουμε ποτὲ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία.
Τέλος, ἕνα τρίτο σημεῖο. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος κυρίως, ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Δωρόθεος τῆς Γάζης, ἐπιμένουν ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορά, τὶς ἐξωτερικές στάσεις στὶς ὁποῖες μεταφράζεται ἡ ταπεινοφροσύνη. Εἴμαστε σῶμα καὶ ψυχή, καὶ οἱ ἐξωτερικὲς αὐτὲς στάσεις συμβάλλουν στὸ νὰ ριζώνει ἡ ταπείνωση καὶ νὰ αὐξάνει μέσα μας. Ὁ Τελώνης σκύβει, χτυπᾶ τὸ στῆθος του, ἐξ οὗ καὶ ἡ σημασία ποὺ ἔχει στὴν προσευχή μας ἡ στάση ποὺ παίρνουμε, οἱ μετάνοιες, μικρὲς καὶ μεγάλες ποὺ κάνουμε, τὶς ὁποῖες ἡ ἐκκλησία περιλαμβάνει στὴ θεία λατρεία κυρίως κατὰ τὴ Σαρακοστή, ἀλλὰ καὶ οἱ ὁποῖες ἔχουν θέση σημαντικὴ στὸν δικό μας κανόνα τῆς ἀτομικῆς προσευχῆς. Καὶ μετά, στὴν καθημερινή μας ζωή, ὑπάρχουν τόσοι τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους προσπαθοῦμε νὰ ἐπιβληθοῦμε στοὺς ἄλλους, προσπαθοῦμε νὰ ἐπιβεβαιωθοῦμε ὡς ἀνώτεροί τους, εἴτε πρόκειται γιὰ τὸ ντύσιμο εἴτε γιὰ τὰ ἀντικείμενα ποὺ χρησιμοποιοῦμε. Ἡ ἁπλότητα, ἡ ταπεινοφροσύνη σὲ ὅλα αὐτά, ἔχουν σημασία στὴν προσπάθειά μας. Ὅπως καὶ πάλι λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες: «Δὲν νιώθεις τὸ ἴδιο – μιλοῦσαν σὲ ἀνθρώπους τοῦ 4ου ἢ τοῦ 5ου ἢ τοῦ 6ου αἰώνα – δὲν νιώθεις τὸ ἴδιο ἂν πηγαίνεις ἀνεβασμένος σὲ γάιδαρο ἢ σὲ μεγαλόπρεπη ἅμαξα». Ἀντίστοιχα δὲν νιώθεις τὸ ἴδιο, ἂν ἔχεις ἕνα πολυτελές αὐτοκίνητο ποὺ ταπεινώνει τοὺς ἄλλους ἢ ἂν ἔχεις κάτι χρηστικὸ καὶ ἁπλό. Δὲν νιώθουμε τὸ ἴδιο, ὅταν τὸ αὐτοκίνητό μας ἀναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες καὶ ὅταν κινούμαστε μὲ ἕνα ἁμάξι μετρίων ἐπιδόσεων. Ἡ προσοχὴ σὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄλλος ἕνας τρόπος νὰ ἀσκοῦμε τὴν ταπεινοφροσύνη. Μπορεῖ νὰ φαίνονται ἀσήμαντα, δὲν εἶναι ὅμως. Ἀκόμη καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁδηγοῦμε μποροῦμε νὰ ταπεινοφρονοῦμε ἢ νὰ ἐκδηλώνουμε τὴν ὑπερηφάνεια ποὺ μᾶς διακατέχει. Μποροῦμε νὰ κάνουμε τὴν ταπεινοφροσύνη νὰ ριζώσει μέσα μας καὶ μποροῦμε, ἀντιθέτως, νὰ υἱοθετοῦμε ὑπερήφανη στάση καὶ νὰ αὐξάνουμε τὸν ἐγωισμὸ μέσα μας. Ναί, σὲ ὅλη μας τὴν καθημερινότητα, στὰ πιὸ ἁπλά, στὰ πιὸ καθημερινά, στὰ πιὸ συνηθισμένα μποροῦμε νὰ δουλέψουμε ταπεινώνοντας εἰς βάθος τὴν ψυχή μας, ἢ ἀντίθετα νὰ μιμούμαστε, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, τὸν Φαρισαῖο.
***Ὁ π. Πλακίδας Deseille (κατὰ κό σμον René-Jean Deseille) γεννήθηκε στὶς 16 Ἀπριλίου 1926 στο Issy-les-Moulineaux (Hauts-de-Sei- ne).
Τὸ 1932 εἰσῆλθε στὸ Ἰησουιτικό κολλέγιο Boulogne sur Mer. Στὶς 3 Σεπτεμβρίου 1942, ἔγινε δεκτὸς ὡς δόκιμος στὸ Βενεδικτίνικο μοναστήρι Bellefontaine. «…Ἀγαποῦσα πολὺ τὸ μοναστήρι μου, ώστόσο, προαισθανόμουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶχε διαφυλάξει καλύτερα αὐτὴ τὴ μεγάλη παράδοση τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων».
Το 1952 χειροτονήθηκε ρωμαιοκαθολικὸς ἱερέας καὶ λίγο ἀργότερα τοῦ ἀνατέθηκε ἡ πνευματική προετοιμασία τῶν νεαρῶν μοναχῶν της μονῆς του.
Τὸ ἔτος 1966 σηματοδότησε μία σημαντική καμπὴ στὴν πνευματική του πορεία. Μαζὶ μὲ τὸν π. Σεραφείμ, συμμοναστή του στη Bellefontaine, ἵδρυσε τὴ μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως στὴν Aubazine, ἕνα μοναστήρι καθολικό, ἀλλὰ μὲ ἀνατολικὴ πνευματικότητα καὶ λειτουργία. Ἡ προσπάθεια αὐτὴ κράτησε έντεκα χρόνια. Ωστόσο, ὅπως σημειώνει ὁ π. Πλακίδας, «σιγὰ σιγὰ ὄχι χωρὶς λύπη καὶ πόνο ψυχῆς συνειδητοποιήσαμε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ χιμαιρική ἰδέα…».
Χωρὶς καθυστέρηση πλέον οἱ δύο συμμοναστὲς ἐπιδίωξαν νὰ γίνουν δεκτοὶ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἑπόμενο βήμα τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἡ Μονὴ Σίμωνος Πέτρας. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Αἰμιλιανός ἔκρινε προτιμότερο νὰ ἐπιστρέψουν στὴ Γαλλία. Ἔτσι, λοιπόν, γεννήθηκαν δύο γαλλικά μετόχια τῆς Ἱ. Μ. Σίμωνος Πέτρας: ἡ Μονή Μεταμορφώσεως στὸ Martel, ἡ ὁποία ἀργότερα μεταφέρθηκε στὴ Dordogne καὶ ἡ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου στὴ Dauphine. Το 1981 ἵδρυσαν στὴν περιοχή Solan, γυναικεῖο μοναστήρι, τὴν Ἁγία Σκέπη.
Ὁ πατὴρ Πλακίδας κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὶς 7 Ιανουαρίου 2018 σὲ ἡλικία 91 ἐτῶν.


