Το ζήτημα της εσχατολογικής πλάνης και η χρήση της από τις αιρετικές και παραθρησκευτικές οργανώσεις

Published by

on

Σύντομος σχολιασμός αποσπασμάτων από το εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων.

«Ὅταν ἡ ἁγία Γραφή ἀναφέρει «ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις», ἔχει ὑπόψη της αὐτό πέρα ἀπό τό ὁποῖο δέν περιμένουμε πλέον τίποτε ἄλλο· εἶναι σειρά γεγονότων πού ἐξασφαλίζουν τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ἡ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τῆς ἐσχατολογικῆς περιόδου· τό τέλος της εἶναι ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου. Ὅπως πολύ εὔστοχα παρατηρήθηκε ἀπό ὀρθόδοξο θεολόγο, «πρότερες ἡμέρες», εἶναι οἱ ἡμέρες τῶν πατριαρχῶν καί τῶν προφητῶν, ἐνῶ «ἔσχατες ἡμέρες» εἶναι οἱ ἡμέρες πού ἄρχισαν μέ τόν Χριστό καί τούς ἀποστόλους! (π. Δανιήλ Γούβαλης)».

«Συνεπῶς ὁ λαός δέν χρειάζεται νά «τρομάξει»· τά «κτήνη τῆς πεδιάδος» δέν πρόκειται νά ὑποφέρουν ἀπό «βοσκή»· τά δένδρα θά καρποφορήσουν πλούσια, «ἡ συκῆ καί ἡ ἄμπελος», τά ἁλώνια θά γεμίσουν ἀπό σιτάρι καί θά ξεχειλίσουν οἱ ληνοί «ἀπό οἴνου καί ἐλαίου»· ὅλοι θά χαροῦν καί θά δοξάσουν τόν Κύριο γιά τήν εὐλογία (Ιωήλ β΄ 21-28). Ἡ «ὄψιμος βροχή» εἶναι ὁ πόθος τῶν γεωργῶν (Ζαχ. ι΄ 1), οἱ ὁποῖοι προσμένουν ὄχι μόνο τήν πρώιμο, ἀλλά καί τήν ὄψιμο βροχή (Ιακ. ε΄ 7-8)».

†††

Η εσχατολογία (η διδασκαλία για τα έσχατα, το τέλος του κόσμου, τη Δευτέρα Παρουσία, την Κρίση κ.λπ.) αποτελεί ένα από τα πιο συχνά εργαλεία των αιρέσεων για την προσέλκυση και τον έλεγχο των μελών τους.

Σύγχρονες ομάδες, όπως τα πρότυπα τους οι Πεντηκοστιανοί ή οι Χιλιαστές,ισχυρίζονται ότι η αποστολή τους είναι να συγκροτήσουν την «ἐκκλησία τῶν ἐσχάτων καιρῶν» (ή την «αληθινή Εκκλησία») την οποία θα παραλάβει ο Κύριος. Αυτός ο ισχυρισμός είναι η πλάνη που έρχεται σε αντίθεση με τη βιβλική και ορθόδοξη διδασκαλία ότι η Εκκλησία υφίσταται δια μέσου των αιώνων και δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον αιώνα μας. Η εσχατολογική αυτή «αποκλειστικότητα» οδηγεί στην αίρεση και την πλάνη, σε διαίρεση και σύγχυση. Εμείς γνωρίζουμε ότι το  Άγιο Πνεύμα οδηγεί στην ενότητα, σε αντίθεση με αυτό που βλέπουμε ότι οι διάφορες αιρετικές σέχτες – ομάδες, ακόμα και μεταξύ τους παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές .

†††

«Ἡ κίνηση αὐτή συνδέει τήν κακοδαιμονία μέ τήν κατάσταση τῶν «ἐσχάτων καιρῶν», πού περιγράφεται στήν ἁγία Γραφή. Ἔτσι προβάλλει ἕνα «καυτό πρόβλημα» πού ἀπασχολεῖ πράγματι τόν ἄνθρωπο. «Ποῦ πᾶμε; Τί θά γίνουμε;», … ὑπογραμμίζει πώς ἡ ἀνθρωπότητα πάει «κάθε μέρα ἀπό τό κακό στό χειρότερο»· ἀστάθεια, ἀναρχία, τρομοκρατία, πόλεμοι, διαφθορά… Τίποτε δέν μπορεῖ νά σώσει τήν κατάσταση. Ὅλα μαρτυροῦν πώς «ὁ καιρός τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ πλησιάζει» (Ὁ Χριστός ἔρχεται γρήγορα, πολυγρ.). Μπροστά σ’ αὐτή τήν πραγματικότητα ὁ ἄνθρωπος δέν καλεῖται νά ἀντιδράσει, ἐπηρεάζοντας τό περιβάλλον του ἤ ἀλλάζοντας τίς κοινωνικές δομές, ἀλλά νά ἐνταχθεῖ στήν «ἐκκλησία τῶν σεσωσμένων», νά ἑτοιμασθεῖ γιά τήν «ἁρπαγή»!

†††

Εξ αυτών, πολλές αιρέσεις υιοθετούν την προχιλιαστική εσχατολογία (ή Χιλιασμό), όπως οι Πεντηκοστιανοί και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, διδάσκοντας π.χ. μια κυριολεκτική 1000ετή επίγεια βασιλεία του Χριστού, την «αρπαγή» της Εκκλησίας (Rapture) πριν τη Μεγάλη Θλίψη, το μικρό ποίμνιο και το ρόλο των 144.000.

Άλλοι, όπως οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι σύγχρονοι θιασώτες τους, έχουν διατυπώσει πολλές ψευδοπροφητείες για την παρουσία του Αντίχριστου-«ψευδό-μεσσία», την πραγματοποίηση εσχατολογικών «σημείων» από δικές τους ερμηνείες, για την ημερομηνία του τέλους του κόσμου (π.χ. 1872, 1925, 1975, 2008, 2020) κ.α. οι οποίες διαψεύσθηκαν. Χρησιμοποιούν γεγονότα όπως τεχνοκρατικά, γεωπολιτικό-στρατιωτικά, ο πόλεμος του Αρμαγεδδώνα κ.α. ως θεμελιώδες στοιχείο του εσχατολογικού τους σαθρού οικοδομήματος και ως μηχανισμό φόβου.

Οι Αντίχριστολάτρες Ζουν για τον Αντίχριστο και όχι για τον Χριστό!

Όλα τα ανωτέρω εμφανίζουν τα «έσχατα» χρόνια απογυμνωμένα από το θεολογικό μυστήριο και τα προσεγγίζουν ανεξάρτητα από τα άλλα γεγονότα της Θείας Οικονομίας, ενώ η Ορθόδοξη Θεολογία τα εντάσσει σε ένα ενιαίο και αρμονικό σύνολο.

†††

«Αὐτή ἡ Ἐκκλησία δέν ἀποτελεῖται μόνο ἀπό ἁγίους, ἀλλά καί ἀπό ἁμαρτωλούς. Σ’ αὐτήν ὑπάρχει ὁ «σῖτος», μαζί μέ τά «ζιζάνια» (Ματθ. ιγ΄ 24-30. 36-43)· αὐτό εἶναι ἐπιθυμία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας (Ματθ. γ΄ 29). «Ποιός εἶσαι ἐσύ, πού κρίνεις ξένον δοῦλον; Εἰς τὸν ἴδιον Κύριον ἵσταται ἤ πίπτει, ὅμως θά σταθῆ, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἱκανός νά στήση αὐτόν» (Ρωμ. ιδ΄ 4).

Ἡ «βασιλεία τῶν οὐρανῶν», δηλαδή ἡ Ἐκκλησία, παρομοιάζεται στή γῆ μέ «δίκτυον», πού συνάγει «ἀπό παντός εἴδους»· ὁ χωρισμός τῶν καλῶν ἀπό τῶν «ἀχρείων» θά γίνει «ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος», ὄχι πρίν ἀπό αὐτήν (Ματθ. ιγ΄ 47-50).

Ἡ ἁγία Γραφή ὑπογραμμίζει πώς μπορεῖ κανείς νά ἔχει ὀρθή πίστη καί νά εἶναι ἁμαρτωλός (Ματθ. κγ΄ 1-3), ὅπως ἐπίσης μπορεῖ νά παρουσιάζει ἐξωτερικά «ἁγία ζωή» καί νά εἶναι ψευδοδιδάσκαλος καί ψευδοπροφήτης (Ματθ. κδ΄ 23. Β΄ Κορ. ια΄ 13-15). Γι’ αὐτό καί συνιστᾶται ὁ συνδυασμός καί τῶν δύο· τῆς ὀρθῆς πίστης καί τῆς ἁγίας ζωῆς. Ἡ ἀντίληψη γιά μιά «ἐκκλησία τῶν καθαρῶν» ἔχει καταδικασθεῖ ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».

†††

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η Εκκλησία δεν αποτελείται μόνο από «αγίους» αλλά και από «αμαρτωλούς». Σε αυτήν συνυπάρχουν ο «σῖτος» (σιτάρι) και τα «ζιζάνια» (αγριόχορτα) (Ματθ. ιγ΄ 24-30, 36-43). Αυτή είναι «ἐπιθυμία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ». Η κρίση του «ξένου δούλου» δεν ανήκει στον άνθρωπο. Παραβιάζουν τον ρόλο του Θεού ως Κριτού, καθώς ο ίδιος μας λέγει: «Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γὰρ ὁ Κύριος στῆσαι αὐτόν.» -«Ποιός εἶσαι ἐσύ, πού κρίνεις ξένον δοῦλον;» (Ρωμ. ιδ΄ 4).

Οι αιρετικές/παραθρησκευτικές και σεχτοποιημένες ομάδες των Εσχάτολατρών του Αντιχρίστου και όχι του Χριστού! έχουν συχνά την εσχατολογική αντίληψη ότι πρέπει να συγκροτήσουν μια απόλυτα «καθαρή» Εκκλησία (ένα «εκλεκτό υπόλοιπο» ή την «Εκκλησία των Εσχάτων Καιρών») που θα είναι άμωμη και αμόλυντη από κάθε πλάνη, αίρεση ή αμαρτία. Η προσπάθεια αυτή να υλοποιηθεί το τέλειο εσχατολογικό όραμα εντός της Ιστορίας και όχι στην πληρότητα της Βασιλείας του Θεού, οδηγεί στην αίρεση, την αποκοπή από την Αλήθεια, την Ελπίδα, την Ειρήνη, την Ανάσταση και την κατάτμηση του σώματος της Εκκλησίας.

†††

«Κατά τήν ἀντίληψη τῆς Ὀρθόδοξης Εκκλησίας κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός (Ἐφεσ. α΄ 22. δ΄ 15. ε΄ 23. Κολ. α΄ 18) καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀλήθεια (Ιω. ιδ΄ 6). Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία σάν σῶμα Χριστοῦ δέν μπορεῖ ποτέ νά πέσει σέ ἀποστασία (Ματθ. ιστ΄ 18)· εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. γ΄ 15). Δέν εἶναι ἡ Γραφή τό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τό θεμέλιο τῆς ἁγίας Γραφῆς. Τό κῦρος τῆς Γραφῆς καί ἡ αὐθεντική της ἑρμηνεία στηρίζονται στήν Ἐκκλησία (Α΄ Τιμ. γ΄ 15. Β΄ Πέτρ. γ΄ 16).

Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ πίστη εἶναι μία (Ἐφεσ. ε΄ 5) καί παραδόθηκε «ἅπαξ», μία φορά στούς ἁγίους (Ιούδα 3). Γι’ αὐτό καί ὀφείλουμε νά βρισκόμαστε σε κοινωνία πίστης μετά πάντων τῶν ἁγίων. Αὐτή ἡ ἑνότητα τῆς πίστης πού ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία κατοχυρώνεται καί ἀπό τήν παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού εἶναι «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» καί δέν ὁδηγεῖ στή διαίρεση, ἀλλά στήν ἑνότητα (Ιω. ιστ΄ 13. Ἐφεσ. δ΄ 3-5. 13).

Ἡ ἄποψη πώς ἡ Ἐκκλησία πού ἵδρυσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀποστάτησε, εἶναι βλάσφημη. Ἐπί μέρους ἄτομα μποροῦν νά πέσουν σέ ἀποστασία, ἀκόμη καί «ποιμένες» (Πράξ. κ΄ 29-31. ᾿Αποκ. θ΄ 1), ὅμως ὄχι ἡ Ἐκκλησία (Ματθ. ιστ΄ 18)».

†††

Ἡ χριστιανική Ἐκκλησία στό ξεκίνημά της, συνδέθηκε μέ τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα καί μέ τό συνοδικό σύστημα. Οἱ πιστοί γνώριζαν πώς ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία ἦταν «ἐκεῖ πού θά φανεῖ ὁ ἐπίσκοπος»; μακρυά ἀπό τόν ἐπίσκοπο οἱ συναθροίσεις πού γίνονταν θεωροῦντο αἱρετικές· ὄχι ὀρθόδοξες.

Οι λεγόμενοι σύγχρονοι «καθαροί» και «σούπερ Ορθόδοξοι» απέδειξαν ότι είναι παραεκκλησιαστικές ομάδες και κατά την δική τους ομολογία «σεχτοποιημένες καταστάσεις» που αποκόπτονται από την κανονική Εκκλησία (την τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία) με το επιχείρημα ότι η επίσημη διοίκηση έχει πέσει σε αίρεση.

Κάθε κίνηση η πράξη της Εκκλησίας την βλέπουν ως τη «μεγάλη αποστασία των εσχάτων» και την ιεραρχία ως «προδοτική» ή «αιρετίζουσα». Το αίσθημα τους αυτό βασίζεται στην εσχατολογική πεποίθηση ότι πρέπει να διαχωριστούν από την «Εκκλησία της πλάνης» για να σώσουν την «Εκκλησία της Αλήθειας» (το «πιστό υπόλοιπο») από τη γενική εκκλησιαστική «κατάρρευση» των εσχάτων.

Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, στο όνομα του «αγώνα υπέρ των Εσχάτων» (ως εσχατολογικής πλάνης και αίρεσης), στρέφονται εναντίον της ίδιας της κανονικής Εκκλησίας (της «μάνας» τους Εκκλησίας) και του μυστηριακού της χαρακτήρα. Διακόπτουν την κοινωνία με τον επίσκοπο, θεωρούν άκυρα τα μυστήρια, γίνονται ακόμα δε και αγιομάχοι και εν τέλει, «ἀποχωροῦν» από την Εκκλησία, καθιστάμενοι εκκλησιομάχοι. Αυτή η πράξη διαίρεσης έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα του Αγίου Πνεύματος που οδηγεί στην ενότητα (Εφεσ. δ΄ 3-5).

Εν κατακλείδι, οι αιρέσεις – σέχτες χρησιμοποιούν μια στρεβλή-αποκλειστική διδασκαλία εσχατολογίας – η μεν πρώτη για να αυτοπροσδιοριστεί ως η «μοναδική σωστή» Εκκλησία των εσχάτων, οι δε δεύτεροι για να αποκοπούν από την κανονική Εκκλησία ως «μολυσμένη» από την αίρεση των εσχάτων – θέτοντας τη δική τους αντίληψη της τελειότητας ή της καθαρότητας πάνω από το θεσμό της Ιστορικής Εκκλησίας.

†††

«Ἡ ἀπόλυτη αὐτονομία τῶν ἐπί μέρους κοινοτήτων, ακόμη και σε θέματα πίστης καί ζωῆς, εἶναι ἀσυμβίβαστη με το πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καινῆς Διαθήκης, στήν ὁποία θέλει νὰ ἐπιστρέψει ἡ κίνηση «Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

Ἡ κάθε εὐχαριστιακή κοινότητα ἐκφράζει κατά τήν όρθόδοξη ἀντίληψη ὁλόκληρη τήν Καθολική Εκκλησία. Ὅμως βασικό γνώρισμα τοῦ ἄν ἀποτελεῖ κοινότητα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀσφαλῶς ἡ ἑνότητα τῆς πίστης καί τοῦ φρονήματος.

«Ἔν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα… εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα… Καί αὐτός ἔδωκε τούς μέν ἀποστόλους, τούς δέ προφήτας, τούς δέ εὐαγγελιστάς, τούς δέ ποιμένας καί διδασκάλους, πρός καταρτισμόν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως… εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐ- φεσ. δ΄ 4-12).

Ὁ ἀπόστολος θέλει οἱ χριστιανοί νά φρονοῦν «τό αὐτό», νά εἶναι «σύμψυχοι, τό ἕν φρονοῦντες» (Φιλ. β΄ 2). Αὐτό δέν ἀφοροῦσε μόνο τά μέλη μιᾶς κοινότητας, ἀλλά ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία. Ὅταν σε μία κοινότητα ἐδημιουργοῦντο ζητήματα, ἐλύοντο σε ἐπίπεδο ὑπερκοινοτικό (Πράξ. ιε΄ 1-28). Οἱ ἀποφάσεις τῆς ἀποστολικῆς συνόδου ἦταν δεσμευτικές γιά τούς χριστιανούς τῆς ᾿Αντιόχειας καί γιά τίς ἄλλες χριστιανικές κοινότητες, δέν ἐχρειάζετο ἡ ἔγκρισή τους».

†††

Οι «Εσχατολόγοι», ενώ δηλώνουν υπέρμαχοι της Παράδοσης, στην πράξη υπονομεύουν την κανονική τάξη που η ίδια η Παράδοση καθιέρωσε, θέτοντας τη δική τους αντίληψη της «πιστότητας» πάνω από τη συνοδικότητα της Εκκλησίας.

Διό και η Ορθόδοξη Θεολογία καταδεικνύει ότι η εσχατολογική πλάνη είναι ουσιαστικά Εκκλησιολογική αίρεση, καθώς αρνείται τη Χάρη του Χριστού ως κεφαλής του Σώματός Του, το οποίο είναι η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.

Για τους λόγους αυτούς η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να συνεχίσει το αντιαιρετικό έργο με τη δημοσίευση ενημερωτικών φυλλαδίων και βιβλίων που εστιάζουν στις παλαιές και σύγχρονες εσχατολογικές πλάνες και στη προβολή της ορθόδοξης διδασκαλίας ότι η πραγματική εσχατολογία βρίσκεται στο παρόν (στα Μυστήρια, ιδιαίτερα στη Θεία Ευχαριστία) και όχι σε φανταστικά χρονοδιαγράμματα και εωσφορικές παρερμηνείες.

Αντίθετα η σωστή προσέγγιση και η αντιμετώπιση της εσχατολογικής πλάνης και της Δαιμονικής αβεβαιότητας πρέπει να γίνεται μέσω της  Νηπτικής Θεολογίας και της αναμονής του κάθε «τέλους» με μετάνοια και εγρήγορση, όχι με φόβο και αριθμόλαγνεία και αντίχριστολατρεία.

Μία απάντηση στο “Το ζήτημα της εσχατολογικής πλάνης και η χρήση της από τις αιρετικές και παραθρησκευτικές οργανώσεις”

  1. […] ***Βλέπετε σχετικά με την πλάνη των Εσχάτων ΕΔΩ […]

    Μου αρέσει!