Η Κυριακή της Τυροφάγου,είναι η τελευταία πρό της Μεγάλης Τεσσαρακοστής Κυριακών όπου καλούμαστε να εισέλθουμε στο στάδιο των αρετών, να βιώσουμε το νόημα της Σταυροαναστάσιμης πορείας προς το Άγιον Πάσχα και να μετάσχουμε στο μεγάλο απολυτρωτικό έργο του Σωτήρος Χριστού. Καλείται δε από την Εκκλησία μας, η «Κυριακή του απολεσθέντος Παραδείσου» και μας ενθυμίζει αφ’ενός την σατανική συνεργία «από του Παραδείσου της τρυφής εξορίαν» των Πρωτοπλάστων και την υπ’αυτών απώλειαν της «θεοϋφάντου» και «φωταυγούς» στολής αυτών και αφ’ετέρου τον δεύτερον Αδάμ, τον ημάς «ενδυσάμενον» και «της πρώην κατάρας τον Αδάμ ελευθερώσαντα».
Εισερχόμαστε αδελφοί μου σε μία περίοδο, συνεχούς πνευματικής μάχης και πρέπει να παρακινηθούμε και εμείς με λόγους και διδαχές για να λάβουμε την χαρά της νίκης, τουτέστιν να αντικρύσουμε την Αγία και Λαμπροφόρο Ανάσταση του Χριστού μας. Λέγεται, από τους Πατέρες μας, ότι η νηστεία και η προσευχή είναι η ομιλία του ανθρώπου με τον Θεό. Η προσευχή είναι νίκη κατά των δαιμόνων και χαρά της καρδίας. Η νηστεία είναι η λύπη των δαιμόνων και η χαρά των Αγγέλων. Η προσευχή καθαρίζει την ψυχή και απολυτρώνει από την αμαρτία, η δε νηστεία σκορπίζει κάθε κακό μακριά μας. Επομένως, γίνεται κατανοητό σε όλους μας πως η προσευχή και η νηστεία είναι τα καλά και ευλογημένα όπλα των χριστιανών, η μέν ως ένδυμα σιδηρούν, η δε ως δίστομο ξίφος.
Αυτά είναι τα μεγάλα πνευματικά αγαθά που πρέπει να εκμεταλλευτούμε κατά την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Όμως, αν νηστεύουμε ειλικρινά, να μην είμαστε σκυθρωποί όπως οι Ιουδαίοι, ούτε να φαινόμαστε και να ενεργούμε ως άγρια θηρία, ανήμερα και αταπείνωτα, τουναντίον, θα πρέπει να είμαστε περισσότερο ημερώτεροι και ως χορτασμένοι να φαινόμαστε. Δεν θα πρέπει να κάνουμε τα θελήματα του σώματος και να οδηγούμαστε στην αμαρτία. Ούτε, να ζητάμε τον έπαινο των ανθρώπων, επηρρεασμένοι από την δαιμονική ανθρωπαρέσκεια. Επίσης, θα πρέπει να έχουμε μεγαλύτερη την θέληση της αγάπης, όχι μόνο προς τους συγγενείς μας, αλλά, ακόμα και προς τον μεγαλύτερο εχθρό μας.
Ο ίδιος ο Κύριος μας, μαρτυρεί περί τούτου:
«16 Ὅταν δὲ νηστεύετε, μὴ γίνεσθε σὰν τοὺς ὑποκριτὰς σκυθρωποὶ καὶ περίλυποι. Διότι ἀλλοιώνουν τὰ πρόσωπά των καὶ προσλαμβάνουν ὄψιν καὶ ἔκφρασιν καταβεβλημένου ἀπὸ τὰς στερήσεις ἀνθρώπου, διὰ νὰ φανοῦν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὅτι νηστεύουν. Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἔλαβαν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀμοιβήν των. 17 Σὺ ὅμως, ὅταν νηστεύης, ἄλειψε τὴν κεφαλήν σου καὶ νίψε τὸ πρόσωπόν σου, ὥστε νὰ φαίνεσαι χαρούμενος.
18 Καὶ νὰ μὴ φανῇς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι νηστεύεις. Ἀλλὰ νὰ φανῇ ἡ νηστεία σου μόνον εἰς τὸν Πατέρα σου, ποὺ εἶναι μὲν ἀόρατος, ἀλλ’ εὑρίσκεται παρὼν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀπόκρυφα μέρη. Καὶ ὁ Πατήρ σου, ποὺ βλέπει εἰς τὰ κρυφά, θὰ σοῦ ἀποδώσῃ τὴν ἀμοιβήν σου εἰς τὰ φανερά» (Ματθ. Στ΄).
Αγαπητοί μου αδελφοί, προοδεύουμε προς την τεσσαρακονθήμερη νηστεία ως χριστιανοί, και γινόμαστε μιμηταί του Ιησού Χριστού και Θεού ημών, καθ’ότι Εκείνος πρώτος νήστευσε ως άνθρωπος τεσσαράκοντα ημέρες. Ο Θεός έβρεξε ημέρες και νύκτες τεσσαράκοντα τον καιρό του κατακλυσμού, ούτως και εμείς νηστεύουμε τόσες ημέρες, για να κατακλύσουμε τις αμαρτίες μας. Τεσσαράκοντα ημερες νήστευσε και ο Μωϋσής για να λάβει τον θεόγραφο Νόμο, διό και εμείς νηστεύουμε τόσες ημέρες για να δεχθούμε στη ψυχή μας τον Αναστάντα και Νομοδότη Χριστόν. Τεσσαράκοντα ημέρες νήστευσε ο Προφήτης Ηλίας, φεύγων από την γυναίκα του βασιλέως Αχαάβ, την Ιεζάβελ, και εμείς τόσες ημέρες νηστεύουμε από την κακή διώκτρια της ψυχής μας, την αμαρτία.
Ως χριστιανοί, οφείλουμε να τηρήσουμε την νηστεία, για να τιμήσουμε Αυτόν που τίμησε εμάς. Η πίστη και η αγάπη μας προς τον Θεό, η υπακοή μας και η αναγνώριση της εξουσίας Του, η προτίμηση της ζωής μας προς τα ΑΝΩ και όχι στον θάνατο και όσα επί της γής τον ακολουθούν,η επιθυμία μας να επιστρέψουμε εκεί από όπου μας εξώρισε η αμαρτία της αδηφαγίας, πιστοποιείται με την ειλικρινή θέληση μας να νηστεύσουμε.
Κατά τον Μέγα Βασίλειο: «Η νηστεία όπλον εστί προς την κατά δαιμόνων στρατιάν. Ει βούλει ισχυρόν ποιήσαι τον νούν, δάμασον την σάρκα διά νηστείας. Άγγελοι είναι οι καθ’εκάστην εκκλησίαν απογραφόμενοι τους νηστεύοντας. Τον νηστεύοντα είσω των ιερών περιβόλων παραδέχεται ο Κύριος. Η νηστεία φυλάσσει τα νήπια, σωφρονίζει τον νέον, σεμνοποιεί τον πρεσβύτην. Και απαξαπλώς εύροις αν την νηστείαν πάντας τους αγίους εις την κατά Θεόν πολιτείαν χειραγωγήσασαν. Δια της νηστείας απολόγησται τω Θεώ. Επειδή ούκ ενηστεύσαμεν, ε ξ ε π έ σ α μ ε ν του Παραδείσου, νηστεύσωμεν τοίνυν, ίνα προς αυτόν επανέλθωμεν…».
Αγαπητοί μου αδελφοί, όλη η ζωή της Εκκλησίας είναι ζυμωμένη με το καθήκον της νηστείας και όσοι είναι πιστοί και τους το επιτρέπει το ασθενές σώμα τους, ανθρωπίνως τηρούν το καθήκον αυτό απαραιτήτως. Νηστεία δε πλήρης, δεν είναι μόνο η του στόματος και της κοιλίας περικοπή, προσπάθεια του χριστιανού, αλλά και όλων των αισθήσεων. Αυτές είναι οι θυρίδες θα λέγαμε, όπου αν μείνουν αφύλακτες και ασύδοτες, όδηγούν στον ψυχικό και σωματικό θάνατο. Ξεκάθαρο τυγχάνει ότι από όσα είναι περιττά και άχρηστα και επιβλαβή για την σωτηρίαν μας πρέπει να μένουμε μακριά. Οι οφθαλμοί μας πρέπει να νηστεύουν από τις εμπαθείς θεωρίες και αμαρτωλές παρατηρήσεις, η γλώσσα μας από την κακολογία και αισχρολογία, η ακοή από τα ακούσματα της κατακρίσεως και της αισχρότητος, η όσφρηση και ακοή μας από κάθε φαυλότητα και εκτεθηλυμένα δαιμονικά παράγωγα. Οφείλουμε να νηστεύσουμε κάθε επιθυμία της ψυχής από λογισμούς που δεν είναι κατά το θέλημα Του Θεού μας.
Σήμερα, ολόκληρωνοντας την Κυριακάτικη λατρευτική μας σύναξη, ας αναχωρήσουμε από τον ναό, με την επιθυμία να επανέλθουμε στον Παράδεισο μας, από τον οποίον εξεπέσαμε «επειδή ούκ ενηστεύσαμεν»! ετοιμασμένοι να νηστεύσουμε, και με την ευλογία αυτής της μεγάλης προσπάθειας να φθάσουμε στη Μεγάλη ημέρα, να εορτάσουμε την Ανάσταση του Χριστού μας, με την καθαρή ομολογία της Πίστεως μας, ότι προσδοκούμε αιώνια Ανάσταση και ζωή εν τη Βασιλεία Του, αμήν.


