Του εν Αγίοις Πατρός ημών Αναστασίου του Σιναΐτου Αρχιεπισκόπου του Αγίου Σινά Όρους
Λόγος εις Κοιμηθέντας εν Χριστώ αδελφούς
Έρχεται έξαφνα μία ώρα, αδελφοί, και όλα παύσουσι.
Δεν βλέπετε, τους τελευτώντας αδελφούς και ψυχορραγούντας; Τα φοβερά τότε γινόμενα; Πως ταράσσονται και στενάζουσι;Πως ιδρώνουσι ψυχρόν και πικρόν ιδρώτα, όπως οι θερισταί όταν θερίζουσι;Πως τους οφθαλμούς περιστρέφουσιν εδώ και εκεί; Πως μερικοί τρίζουσι τους οδόντας και τρομάσσουν;Πως ταράσσονται και τα τρίχας αυτών ανασπώσι; Πως εκ της κλίνης σηκώνονται και θέλοντες να φύγουν δεν δύνανται, διότι βλέπουσιν εκείνα, όπου ουδέποτε είδον, και ακούουσιν εκείνα, όπου ουδέποτε ήκουσαν, και παθαίνουσιν εκείνο, όπου ουδέποτε έπαθον; Ζητούσι τον λυτρούμενον και ουδείς λυτρώνει αυτούς·ζητούσι τον συνοδεύοντα και ουδείς ο συνοδεύων·παρακαλούσι, και ουδείς ο τολμών·αυτούς βλέποντες ημείς θρηνούμεν και κλαίομεν, και κρατούντες τας χείρας αυτών και ασπαζόμενοι βρέχομεν διά των δακρύων μας και σφογγίζομεν τον ιδρώτα του προσώπου αυτών και τους οφθαλμούς ασπαζόμεθα, την δε γλώτταν φλεγομένην δροσίζομεν δι ύδατος·τα ωτία ημών πλησιάζοντες ίνα των μικρών λογίων αυτών ακούσωμεν, είτα και ερωτώμεν αυτούς λέγοντες· «Πῶς βλέπεις σε αυτόν, ἀδελφέ;Μη φοβοῦ, ὃτι φιλάνθρωπος εἶναι ὁ Θεός».
[…]Διότι τι είναι ο άνθρωπος; Ουδέν! Σκώληξ, τέφρα, σκιά και όνειρον. Όδε, διέβη και απήλθεν, έπαυσε και κατεσίγησεν εκείνος ο πολύς, ο ανδρειωμένος, ο τύραννος, ο δυνάστης, ο υψηλός, ο εις πάντας φοβερός κείται ως πρόβατον. Ίδε, απήλθε και παρήλθεν, ο φανείς ως μη φανείς· ο δένων εδέθη και ιδού τον υπάγουσιν «Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοί αὐτῶν» (Ψαλμ. Ρμε΄, 4). Τότε παραλαβόντες οι Άγγελοι την ψυχήν, δια τού αέρος απέρχονται, εν ώ καθ΄οδόν ίστανται αρχαί και εξουσίαι, και οι κοσμοκράτορες των εναντίων δυνάμεων· οι πικροί ημών κατήγοροι, οι σκληροί τελώναι και λογοθέται και φορολόγοι εν τω αέρι συναπαντώντες, λογοθετούντες, εξετάζοντες, αναφέροντες τα του ανθρώπου αμαρτήματα και επιδεικνύοντες τα χειρόγραφα, διά τα εν νεότητι και εν τω γήρει, τα εκούσια και τα ακούσια, τα δι έργων και λόγων και ενθυμήσεων πραχθέντα.
[…]Πολύς τότε εκεί ο φόβος και ο τρόμος της αθλίας ψυχής· αδιήγητος η ανάγκη, την οποίαν έχει τότε υπό του πλήθους των μυριάδων εχθρών αυτής, κρατουμένη, συκοφαντουμένη, εμποδιζομένη, ίνα μη προς ουρανούς ανέλθη, ίνα μη εν φωτί και χώρα ζώντων κατοικήση. Και η μέν ψυχή αποφέρεται υπό των Αγίων Αγγέλων , ημείς δε το θνητόν σώμα κηδεύσαντες, και ως ξένον εκ του οίκου αυτού εκβάλλοντες προς τάφον σπουδαίως τότε το φέρομεν. Και εκεί βλέπομεν άλλο μέγα και φοβερώτατον Μυστήριον, κατανούντες τους νεκρούς, τους βασιλείς,και ιδιώτας, τους τυράννους και δούλους, όλους εις χώμα γενομένους, ως κονιορτός και δυσωδία, ως μία σαπρία και σκώληξ. Ως ο μαύρος αράπης, ούτω και ο εύμορφος· ως ο νέος, ούτω και ο γέρων· ως ο παράλυτος, ούτω και ο δυνατός· όλοι ένας κονιορτός γενόμενοι, ότι γή είναι, και εις γήν υπάγουν (Γεν. γ΄,19), τους οποίους πολλάκις βλέπομεν κατακειμένους εις τους τάφους, και υποδεικνύομεν προς αλλήλους με το δακτύλιον, λέγοντες· «Ἲδε ὁ δεῖνα και ὁ δεῖνα. Οὗτος εἶναι βασιλεύς, οὗτος ὁ δεῖνας τύρρανος και οὗτος ὁ δεῖνας στρατηγός. Οὗτος ὁ τοῦ δεῖνος ἓγγονός, και αὓτη ἠ ποτέ φανταζομένη κόρη, και οὗτος ὁ ποτέ στολιζόμενος νεανίας».
[…]Ταύτα πολλάκις μετά στεναγμού λέγομεν εις τους τάφους και δακρύομεν, και βλέπομεν το Μέγα Μυστήριον, ότι πάσα ηλικία εκεί κατελύθη· πάς οφθαλμός εκείς εσβέσθη, πάν καλλίφωνον στόμα εκεί εφράγη· πάσα γλώσσα γοργή εκεί εσίγησεν· πάσα εύμορφη ηλικία εκεί συνετρίβη· πάσα αρχή των αρχόντων εκεί έπαυσεν· εκεί κατέπαυσε πάς ο μάταιος κόπος και μόχθος των ανθρώπων. Ομιλούμεν και ουδείς ο προσέχων· εξ ονόματος κράζομεν τους κεκοιμημένους λέγοντες· «Ποῦ ἀπήλθετε, ἀδελφοί ἡμῶν, και πῶς εὐρίσκεσθε; Δότε εἰς ἡμᾶς ἀπόκρισιν καθώς ὡμιλεῖτε ποτέ, ἐσεῖς οἱ ἐξ ἡμῶν τον κόσμον ἀφήσαντες. Ἐκάθησεν ἡ ψυχή εἰς τον τόπον αὐτῆς, ὡς τῆς ἒπρεπε κατά την τάξιν αὐτῆς και την ἀξίαν; Εἰπετε ἀκόμῃ εἰς ἡμᾶς αὓτη ἡ πρό τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἐν τῷ τάφῳ κειμένῃ κόνις, αὑτη ἡ δυσωδία και τα ὀστᾶ και τα σώματα, τα ὁποῖα κεῖνται ἐδῶ, εἶναι ἐκεῖνων τῶν νέων και νεναΐδων, ὃπου ἠγαπούσατε ποτέ; Αὒτη εἶναι ἡ σάρξ ἐκείνη ὃπου ἐνηγκαλίζεσθε τότε και ἀκολάστως ἐφιλεῖτε; Οὗτος ὁ βρῶμος, ἐκεῖνο το πρόσωπον εἶναι, ὃπερ νυκτός και ἡμέρας ἀχορτάστως ἀπελαμβάνετε; Αὓτη ἡ ὓλη ἡ ρυπαρά, ἡ σάρκα ἐκείνη εἶναι, την ὁποίαν ἐνηγκαλίζεσθε ἂλλοτε και ἡμαρτάνετε;».
[…] Που εκεί των βασιλέων φαντασία; Που η των τυρράνων μεγαλαυχία; Που η των αφρόνων υπερηφάνια; Που η της νεότητος κακία; Που ο στολισμός των ενδυμάτων; Που οι παραστεκόμενοι και παρατρέχοντες δούλοι; Που ο χρυσός και ο άργυρος; Που τα χρυσοχάλινα άλογα; Που τα μυρίσματα και τα καπνίσματα τα απολλυμένα; Που τα νυκτός και ημέρας συμπόσια; Που οι μετά χορών και τυμπάνων τον οίνον πίνοντες του δε Θεού και των πενήτων καταφρονούντες;
[…] Εάν εποίησας εδώ εις τους πτωχούς συμπάθειαν, καλοί μάρτυρες εις τον Χριστόν και παρακαλεσταί διά σε οι ελεηθέντες παρά σου πένητες, οι ορφανοί και αι χήραι, οι ξένοι και οι τυφλοί και οι αδύνατοι, οι εν ερήμοις και εν φυλακαίς και εν εξορίαις. Μεγάλοι βοηθοί ούτοι τότε θέλουν γίνει, υποδεικνύοντες εις Χριστόν όσα εις αυτούς έχεις δώσει, εκείνα με τα οποία αυτούς εσκέπασας και έθρεψας και ανέπαυσας, ως αδελφούς όντας του Χριστού. Διότι εάν είς αδελφός ηδυνήθη πολλάκις να πρακαλέση βασιλέα δια τον αδελφόν αυτού, πόσω μάλλον, όταν παρακαλή πλήθος αδελφών.
Αδελφοί, για να απολαύσουμε την αιώνια ζωή, την τιμή και την δόξα των εκλεκτών, ας προλάβουμε, ας σπουδάσωμεν, ίνα καταλάβωμεν· ας αφήσωμεν τα ματαίας οκνηρίας εκείνα· άς απορρίψωμεν τας ψευδείς ελπίδας. Μη πλανηθώμεν πλέον και εμπαίξη ημάς ο πονηρός· μη ρίψη ημάς εις την σήμερον και αύριον ο δόλιος λογισμός, διότι πολλοί πολλά βουλευσάμενοι, εις την αύριον δεν έφθασαν, αλλά έξαφνα ηρπάγησαν ώσπερ το πουλίον από το γεράκιον, και ως το αρνίον από τον λύκον, και ως ο αιχμάλωτος υπό υπό του ληστού, και ούτε να ομιλήσουν ηδυνήθησαν, ούτε διαθήκην τινά να ποιήσωσι.
Να παρακαλέσωμεν τον Δεσπότην Χριστόν, ίνα της των ουρανών Βασιλέιας τύχωμεν, Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.


