Περί τῆς ψευδοσεμνοπρεπείας. Ἡ εἰκών τοῦ ψευδοσεμνοπρεποῦς.

Published by

on

«Ἡ ἐπιτετηδευμένη καί ἐπίπλαστος σεμνοπρέπεια εἶναι ἐψιμυθιωμένη κακοήθεια, ἥτις καλύπτεται ὑπό τῆς προσωπίδος τῆς σεμνοπρεπείας. Αὕτη σφετερίζεται τό σεμνόν τῆς σεμνοπρεπείας ἦθος, ὅπως καλύψῃ τόν δυσει- δῆ καί ἀποτρόπαιον χαρακτήρα τοῦ κακοήθους ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου. Αὕτη εἶναι βδελυρά ὑπόκρισις, ἄλλο ἀντ᾿ ἄλλου δεικνύουσα πρόσωπον.Ἡ ὑπόκρισις εἶναι λανθάνουσα πικρία.

Ο ψευδοσεμνοπρεπής φαῦλος ὤν εἶναι ἐστερημένος ἐσωτερικοῦ διακόσμου˙ θέλων δέ νά ἐξαπατήσῃ περιβάλλεται ἀκόσμως τήν περιβολήν τῆς σεμνοπρεπείας, ὅπως καλύψῃ ὡς διά φύλλων τήν ἑαυτοῦ γυμνότητα καί τήν ἑαυτοῦ ἀσχημίαν᾿ ὁ δόλος εἶναι τό κυρίως χαρακτηριστικόν γνώρισμα αὐτοῦ εἶναι ἀνειλικρινής καί εἰσι σκολιαί αἱ τρίβοι αὐτοῦ᾽ ἐργάζεται ἐν κρυπτῷ τό πονηρόν καί ἐπιτηδεύει ἀγαθότητα. Ἐπιδεικνύει σοβαρότητα διά βεβιασμένου σχηματισμοῦ τοῦ προσώπου καί προσποιεῖται ἐπίπλαστον γαλήνην, ὅπως κρύψῃ τὸν τάραχον τῆς ἀθλίας ψυχῆς αὐτοῦ. Τὸ ὄμμα ἔχει ὕπουλον, ἀσταθές καί περίεργον˙ τήν ὀφρύν καθειμένην, το βάδισμα ἄγαν βραδύ, τάς κινήσεις τοῦ σώματος βαρείας. Οἱ λόγοι αὐτοῦ σεμνοτυφίας ἔμπλεοι˙ τό ἦθος καθ’ ὅλου ὑποκριτικόν ἐμποιοῦν ἀποστροφήν. Περιβάλλεται ἐσθῆτα σεμνήν καί ὑποκρίνεται τόν ταπεινόφρονα ὑψηλοφρονέστατος ἀνθρώπων ἁπάντων ὧν᾿ὁ ψευδοσεμνοπρεπής ἀποβαίνει μισητός πρός πάντας»[1].

Η ψευδοσεμνοπρέπεια, όπως περιγράφεται από τον Άγιο Νεκτάριο, δεν είναι απλώς μια αθώα προσποίηση, αλλά μια βαθιά «εψιμυθιωμένη κακοήθεια». Πρόκειται για την τέχνη της υποκρισίας, όπου ο εσωτερικά «φαύλος» άνθρωπος καλύπτει την ηθική του γύμνια με την «προσωπίδα» της ευπρέπειας.

Ο ψευδοσεμνοπρεπής χαρακτηρίζεται από την ακραία αντίθεση μεταξύ της πραγματικής του ουσίας και της δημόσιας εικόνας του.

Είναι «εστερημένος εσωτερικού διακόσμου» και γεμάτος δόλο. Η ψυχή του βρίσκεται σε συνεχή τάραχο και οι πράξεις του είναι κρυφά πονηρές.

Φοράει επιμελώς σεμνή ενδυμασία, υιοθετεί ένα «άγαν βραδύ» βάδισμα, και διατηρεί καθειμένη (πεσμένη) οφρύ. Προσπαθεί να επιδείξει πλαστή γαλήνη και σοβαρότητα, ενώ οι λόγοι του είναι γεμάτοι σεμνοτυφία.

Ο Άγιος Νεκτάριος αναφέρει ότι ο ψευδοσεμνοπρεπής «ὑποκρίνεται τόν ταπεινόφρονα ὑψηλοφρονέστατος ἀνθρώπων ἁπάντων ὤν». Παρόλο που υποδύεται τον ταπεινό, στην πραγματικότητα είναι ο πιο αλαζόνας. Αυτή η αλαζονεία είναι η πηγή της κριτικής.

Τα άτομα αυτά, επειδή έχουν βαθιά εσωτερική ανασφάλεια και κενό («τάραχον τῆς ἀθλίας ψυχῆς»), προσπαθούν να διατηρήσουν την εικόνα τους κατακρίνοντας τους άλλους. Θεωρούν εαυτούς «τους μόνους γνήσιους επί της γης» για να αποσπάσουν την προσοχή από τον δικό τους «δυσειδή και αποτρόπαιον χαρακτήρα». Η κριτική τους είναι μια προβολή της δικής τους κακοήθειας.

Εάν ταυτίσουμε τον «ψευδοσεμνοπρεπή» του κειμένου με άτομα που επιδεικνύουν υπερβολική, εξωτερική ευλάβεια (όπως οι γυναίκες με μαντήλια ή οι υποκριτές άνδρες στην εκκλησία που κρατούν επιδεικτικά τα κομποσκοίνια), τότε η ανάλυση του Αγίου Νεκταρίου γίνεται ταυτόχρονα και ένα κριτικό σχόλιο για την προσποιητή ευσέβεια.

«Περιβάλλεται ἐσθῆτα σεμνήν καί ὑποκρίνεται τόν ταπεινόφρονα». Εδώ, το μαντήλι ή η σεμνή ενδυμασία γίνεται σύμβολο αυτής της εξωτερικής προσποίησης, ένα «φύλλο» που κρύβει την εσωτερική «γύμνια» (την έλλειψη αρετής).

Το κείμενο μιλά για άνδρες και γυναίκες που ο δόλος είναι το κύριο γνώρισμά τους. Η συμμετοχή τους στη λατρεία είναι απλώς ένα εργαλείο για να φανούν αγαθοί, ενώ «ἐργάζεται ἐν κρυπτῷ τό πονηρόν».

Αυτή η υποκριτική συμπεριφορά εξυπηρετεί έναν σκοπό να εξαπατήσει τους άλλους και να κρύψει τον δυσείδη χαρακτήρα του. Είναι μια «βδελυρά υποκρισις» που, αν και προσπαθεί να φανεί ταπεινόφρων, κρύβει έναν υψηλοφρονέστατο (αλαζονικό) άνθρωπο.

Τελικά, η ψευδοσεμνοπρέπεια αποτυγχάνει. Παρά την υπερβολική προσπάθεια, το «ύπουλον, ασταθές και περίεργον» όμμα, το βεβιασμένο ύφος και το υποκριτικό ήθος προκαλούν αποστροφή στους άλλους, με αποτέλεσμα ο ψευδοσεμνοπρεπής να καταλήγει «μισητός προς πάντας».

Ο Άγιος Νεκτάριος προφανώς εστιάζει στην πνευματική παραμόρφωση όπου η ευσέβεια γίνεται εργαλείο υποκρισίας, κριτικής και αλαζονείας, αντί για μέσο ταπεινώσεως και αγάπης.


[1] Αγίου Νεκταρίου: Το Γνώθι Σαυτόν, εκδόσεις Παναγόπουλος.