† Ἁγιορείτου Μοναχοῦ Νικοδήμου (Μπιλάλη).
Ἡ ἀντίρρηση ἤ ἔνσταση αὐτή περισσότερο μᾶς ἔχει προβληθεῖ ἀπό ἀρκετούς φίλους – θά τό εἰποῦμε χωρίς φόβο ἤ πάθος – θρησκευόμενους, πού, ὡς φαίνεται, ἔχουν προσέξει τή λέξη «εὐτεκνία» κατά τήν τέλεση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου. Καί προβάλλουν τήν ἀντίρρηση ἤ ἔνστασή τους, γιατί βέβαια νομίζουν πώς «εὐτεκνία» σημαίνει «καλά τέκνα». Ἀλλ’ ὅμως, ὅπως πολύ περισσότερο τό νομίζουν, γιά νά εἶναι τά «τέκνα καλά», χρειάζονται τά ἀναγκαῖα τουλάχιστο «καλά» μέσα ἤ ἀγαθά…
Πάλι δηλαδή τό «εὐ» τό θέλουν νά σημαίνει: καλή ζωή, ἄνετη, σχετικά πλούσια, κι ὄχι ὅπως τουλάχιστο τό ἐννόησε καί μᾶς τό παρέδωσε ἕνας Μέγας Ἀλέξανδρος στήν περίφημη ἐκείνη φράση του γιά τό σοφό διδάσκαλό του Ἀριστοτέλη: «Στόν πατέρα μου, εἶπε, ὀφείλω “τὸ ζῆν”, ἀλλά στό διδάσκαλό μου ὀφείλω “τὸ εὐ ζῆν”»!
Ὁλοφάνερα δηλαδή ἐδῶ «τὸ εὐ ζῆν» δέν σημαίνει: καλοζωΐα, εὐμάρεια, εὐτυχία ὑλική, πράγματα πού βέβαια περιεῖχε ἀφθονότατα «τὸ ζῆν» στό μακεδονικό… παλάτι, πού τά εὑρήματα καί μόνο τῆς Πέλλας καί τῆς Βεργίνας ἀπέδειξαν ἀρκετά… πολύχρυσο! «Τὸ εὐ ζῆν» ἐδῶ λοιπόν σημαίνει: ζωή πνευματική, ἐνάρετη, βασισμένη στήν ἠθική φιλοσοφία, ὅπως ἄλλωστε ἦταν ἡ πρώτη νεανική ζωή τοῦ Ἀλέξανδρου, χάρη στήν ὁποία καί ἐμεγαλούργησε.
Ἄς ἐπανέλθουμε ὅμως στή σημασία τοῦ «εὐ» στήν «εὐτεκνία», πού μᾶς ἐνδιαφέρει. Λοιπόν, ὅπως ὁρίζουν οἱ φιλόλογοι καί οἱ λεξικογράφοι βασιζόμενοι στά παραδομένα κείμενα, τό προθεματικό ἐπίρρημα «εὐ» στίς σύνθετες μέ αὐτό λέξεις ἔχει πρωτεύουσα καί κύρια ἔννοια τό «πολύ»: πλῆθος, ποσό, μέγεθος, ἀφθονία, εὐκολία∙ ἐνῶ ἡ δευτερεύουσα ἔννοια τοῦ «καλοῦ» ἤ συνυπάρχει ἁπλῶς ἤ καί ἀτονεῖ ἐντελῶς.*[1] Αὐτό φαίνεται πολύ καθαρά στίς λέξεις πού καί σήμερα εἶναι σέ χρήση, ὅπως: εὐ-φορέω-ῶ, εὔ-φορος, εὐ-ρωστία (πολλή ρώμη-δύναμη), εὐ-φροσύνη (=πολλή–μεγάλη χαρά). Ὑπάρχουν μάλιστα χρήσεις τοῦ «εὐ» ὡς ἐπιρρήματος ὅπου σημαίνει μόνο «πολύ» ἐπιτατικά (ἐπιτείνω), ὅπως στή φράση: «εὖμάλα» = πολύ πολύ (γιατί τό «μάλα, μᾶλλον, μάλιστα» σημαίνει ἀκριβῶς: πολύ).
Ἀκόμα καθαρότερα ὅμως φαίνεται ἡ ἔννοια τοῦ «εὐ» = πολύ στήν ἔκφραση «εὖτε καὶ καλῶς», ἡ ὁποία κατά λέξη σημαίνει: «καί πολύ καί καλά», δυό ἔννοιες πού συνδέονται, ἀλλά καί διακρίνονται σαφῶς. Ἔτσι λοιπόν καί στή λέξη «εὐτεκνία» τό «εὐ» σημαίνει πρῶτα καί κύρια: πολύ, πλῆθος, ποσότητα καί ἔπειτα καί σέ καλή ποιότητα.
«Εὐτεκνία» δηλαδή σαφῶς σημαίνει πολυτεκνία[2], ὅπως ἐπίσης πολυτεκνία σημαίνουν καί οἱ συνώνυμες λέξεις: «εὐ-γονία, εὐ-τοκία, εὐ-παιδία».
Γιά τήν ἔννοια «τοῦ καλοῦ» καί ὡραίου: γόνου, τόκου, τέκνου, παιδιοῦ, οἱ Ἀρχαῖοι καί οἱ Βυζαντινοί χρησιμοποιοῦσαν τίς λέξεις: «καλλιτεκνία, καλλιτοκία, καλλιπαιδία». Βέβαια, ὑπῆρχαν σέ χρήση καί οἱ λέξεις «πολυτεκνία, πολυτοκία, πολυπαιδία» ἤδη κατά τόν 5ο αἰ. π.Χ., ἀλλά δέν ἦταν σέ κοινή χρήση… Σάν πληρέστερη σέ ἔννοια καί εὐηχέστερη ἐπικράτησε ἡ λέξη «εὐτεκνία», μέ σαφή ὅμως καί μάλιστα ἐμφαντική τήν ἔννοια τῆς πολυτεκνίας, πού φυσικά δέν ἀναφέρεται στά 1 ἤ 2 παιδιά, ἀλλά στά περισσότερα, χωρίς ἀριθμητικούς προσδιορισμούς.
Γιατί βέβαια οἱ σοφοί πρόγονοί μας ἐγνώριζαν πώς ἡ «εὐτεκνία» ὡς πολυτεκνία πρῶτα καί κύρια εἶναι εὐλογία καί δωρεά Θεία! Πράγματι, καί στή λέξη «εὐλογία» τό «εὐ» σημαίνει πολύ, ἐνῶ ἡ λέξη «λογία» δέν προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «λέγω»=ὁμιλῶ (λόγος, λογικός), ἀλλά ἀπό τό «λέγω»=συλλέγω, συναθροίζω (σύλλογος). Ἔτσι ἡ λέξη «εὐλογία», ἐνῶ ἔχει καί τήν ἔννοια τοῦ καλοῦ λόγου, ἔχει ὅμως καί τήν ἔννοια τῆς ἀφθονίας, τῆς πολλῆς καί μεγάλης δωρεᾶς. Βλέπετε, ἔχουν καί παραέχουν καί οἱ λέξεις τή θέση τους, ὅπως καί τήν ἀνυπολόγιστη δύναμή τους! Γιατί ὅλοι οἱ πόλεμοι μέ τίς νίκες ἤ τίς ἧττες τους ξεκινοῦν ἀπό κάποιους λόγους – ἰδέες – ἰδεολογίες. Ὅπως καί ὁ «πειρασμός» τοῦ Πειραστῆ–Διαβόλου ξεκινάει μέ ἕνα λογισμό–φαντασία ἤ μ’ ἕνα λόγο κάποιου ὀργάνου του καί ποῦ φθάνει; Στά ἀφάνταστα καί τά ἀπροχώρητα, πού γιά τό θέμα μας εἶναι ἡ ποικιλία τῆς ἀνηθικότητας καί αἰσχρουργίας, μέ σκοπό καί ἀποτέλεσμα τήν ἀποφυγή τῆς τεκνογονίας μέχρι καί τήν κατάρα καί συμφορά τῶν Ἀμβλώσεων–Ἐκτρώσεων…!
† Μον. Νικόδημος (Μπιλάλης)
[1] «εὖ,… στά σύνθετα, ἔχει ὅλες τίς σημασίες τοῦ ἐπιρρήματος, ἀλλά συνήθως ὑπο δηλώνει μέγεθος, ἀφθονία, εὐημερία, εὐκολία…» (H. G. Liddell & R. Scott, «Ἐπιτομή τοῦ Μεγάλου Λεξικοῦ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσας», ἐκδ. Πελεκάνος, Ἀθήνα 2007).
[2] Ἐνδεικτικά μεταφέρουμε τόν ὁρισμό τῆς λέξεως «εὐτεκνία», ἀπό τό «Λεξικό Νέας Ἑλληνικῆς Γλώσσας» τοῦ Καθηγ. κ. Γεωργίου Μπαμπινιώτη: «εὐτεκνία (ἡ) {χωρίς πληθυντικό} (γιά πρόσωπα) ἡ γονιμότητα, τό νά κάνει κα νείς πολλά παιδιά. [ΕΤΥΜ. ἀρχ. <εὔτεκνος “πολύτεκνος”…». (Ἐκδ. «Κέντρο Λεξικογραφίας», Ἀθήνα 2002, σ. 696)



Μία απάντηση στο “«Εὐτεκνία» ἤ Πολυτεκνία; «Εὐτεκνία ναί, τό λέει ἡ Εὐχή, ἀλλά πολυτεκνία ποῦ τό λέει;».”
[…] Μέ τή βοήθεια, ὅμως, τοῦ Θεοῦ θά ἐπανέλθουμε. Κλείνουμε ἀναδημοσιεύοντας ἕνα κατατοπιστικό ἄρθρο … Καί αὐτό ἐπειδή φίλοι Πολύτεκνοι μᾶς ἐνημέρωσαν […]
Μου αρέσει!Μου αρέσει!