Μια εξαιρετική μελέτη επί του θέματος των νέων ηλεκτρονικών ταυτοτήτων, από τον αγαπητό εν Χριστώ αδελφόν καθηγητή κ.Αδαμάντιο Τσακίρογλου. Αναδημοσιεύουμε μέρος αυτής προς καλυτέρα κατανόηση των σημαντικών νοημάτων αυτής, και παραθέτουμε στο τέλος την ηλεκτρονική διεύθυνση όπου μπορείτε να μελετήσετε πλήρης την δημοσιευμένη μελέτη αυτού.
—-
Ἐπειδή τὸ θέμα τῶν ταυτοτήτων ἔχει δυστυχῶς ἀναθερμανθεῖ καὶ ὁδηγεῖ πολλοὺς μὲ εὐθύνη τῶν ποιμένων τους σὲ ἀπαράδεκτες ἀκρότητες, διχασμὸ καὶ νέο στὸν ἤδη ὑπάρχοντα κερματισμό, ἀναδημοσιεύω τὴν παρούσα μελέτη ἐμπλουτισμένη μὲ νέα στοιχεῖα γιὰ τὸ σημαντικὸ αὐτὸ θέμα καὶ παρακαλῶ τὸν ἀναγνώστη νὰ μὴν φοβηθεῖ τὸ μέγεθός της, ἀλλὰ νὰ τὴν διαβάσει ὡς τὸ τέλος. Ἄν βρεῖ λάθη, στὴν ἑρμηνεία τῶν πηγῶν καὶ στὰ συμπεράσματα ἀπὸ αὐτές, παρακαλῶ νὰ μοῦ τὰ ὑποδείξει, διότι φυσικὰ δὲν εἶμαι ἀλάθητος. Τὸ μόνο ποὺ προσπαθῶ μὲ τὶς μικρές μου δυνάμεις εἶναι νὰ προφυλάξω τὴν ἑνότητα μέ βάση τὴν ἀλήθεια καὶ ὄχι τὶς προσωπικές μου ἐπιλογές.
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου
[….] «Ένας Ρωμαίος στρατιώτης ήταν υποχρεωμένος να ορκίζεται στους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, να υπακούει εντολές ειδωλολατρών αξιωματικών, να συναναστρέφεται ειδωλολάτρες, να παρευρίσκεται (ως απλός στρατιώτης) ή να διεξάγει (ως υψηλόβαθμος αξιωματούχος) θυσίες προς τιμήν των παραδοσιακών θεών, να ζει μακριά από το σπίτι του αντιμέτωπος με πειρασμούς, να καταφεύγει στη χρήση βίας (πιθανότατα και στην ανθρωποκτονία)»5.
Κάθε λεγεωνάριος ἀνεξαρτήτου βαθμίδος ἔπρεπε μετὰ τὴν ἐκλογή του ὡς λεγεωνάριος «probatio» καὶ τὴν ἔγγραφή του στὶς λίστες τῶν λεγεώνων νὰ φέρει στὸν λαιμό του ἕνα «signaculum», δηλ. μία σφραγίδα ἀπὸ μόλυβδο. ἀπὸ τότε χαρακτηριζόταν «signatus», δηλ. σφραγισμένος.


Μετὰ ἔδινε τὸν στρατιωτικό του ὅρκο «sacramentum militare» ὁρκιζόμενος πίστη στὴν Ρώμη καὶ στὸν ἑκάστοτε αὐτοκράτορα6. Τὸν ὅρκο αὐτὸν τὸν ἔδινε ἕνας λεγεωνάριος καὶ στὴ συνέχεια ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔκαναν ἐπίσης ἕνα βῆμα μπροστὰ καὶ ὁρκίζονταν νὰ κάνουν τὸ ἴδιο «Idem in me»7.
Κάθε νέος αὐτοκράτορας ἀπαιτοῦσε ἀνανέωση τοῦ ὅρκου καὶ ἐπέβαλε δικά του ἔθιμα στὸ στράτευμα7 γιὰ νὰ ταυτοποιήσει τὸ πρόσωπό του μὲ τὸ στράτευμα8. Κάθε λεγεωνάριος ἔπρεπε στὰ γενέθλια τοῦ αὐτοκράτορα καθὼς καὶ σὲ κάθε σημαντικὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς του νὰ παρουσιάζεται μὲ τὴν στολή παρελάσεως καὶ νὰ ἀνανεώνει τὸν ὅρκο του «nuncupatio votorum». Ἐὰν αὐτὸ γιὰ ὑπηρεσιακοὺς λόγους δὲν ἦταν δυνατὸν τότε παρουσιάζοντας ὁ τριβοῦνος «tribunus militum» (χιλίαρχος) ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἑκάστοτε μονάδος. Τὸ ἴδιο γινόταν καὶ «rosaliae signorum» στὴν θρησκευτικοῦ χαρακτῆρος στεφάνωση τῶν συμβόλων τῆς Λεγεώνας «signa» μετὰ ἀπὸ μία νίκη9.

Ὁ Τερτυλλιανὸς καταδίκαζε τὸν ὅρκο αὐτόν (Idol. 19, 2): «Δὲν ὑπάρχει τίποτα κοινὸ μεταξὺ τοῦ ὅρκου τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ὅρκου τῶν ἀνθρώπων, μεταξὺ τῶν συμβόλων τῆς Πίστεως καὶ τῶν συμβόλων τοῦ Διαβόλου». Τὸ ἴδιο καταδίκαζε τὰ σύμβολα τῆς Λεγεῶνος (Coron. 11, 2): « Μπορεῖ ὁ στρατιώτης Χριστοῦ νὰ φέρει αὐτὰ τὰ σύμβολα? Καὶ μπορεῖ νὰ ἔχει πάνω του τὴν ταυτότητα τοῦ στρατηγοῦ του;». Ὅπως ὅμως θὰ δοῦμε παρακάτω ἄλλαξε τὴν στάση του καὶ ἔγινε πιὸ ἀνεκτικός.
Στοὺς μετὰ Χριστὸν αἰῶνες, δηλ. τοὺς αἱῶνες ποὺ ὑπῆρχαν πολλοὶ Χριστιανοὶ λεγεωνάριοι κάθε ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου βαθμοῦ, εἰσήχθηκε τὸ ἔθιμο τοῦ τατουάζ «punktum». Punktum σημαίνει τὸ χάραγμα μὲ μία αἰχμή. «Sed non statim punctis signorum inscribendus est tiro delectus verum ante exercitio pertemptandus, ut utrum vere tanto operi aptus sit possit agnosci. […] Signatis itaque tironibus per cotidiana exercitia armorum est demonstranda doctrina»10. Δηλ.: Τὸ τατουὰζ αὐτὸ χαράζονταν στὸ χέρι εἴτε μὲ αἰχμηρὸ ἀντικείμενο εἴτε μὲ καυτὸ σίδερο καὶ μ’ αὐτὸ οἱ λεγεωνάριοι ἔφεραν στὸ σῶμα τους τὸ ὄνομα τοῦ στρατηγοῦ τους ἢ τὸ ὄνομα τῆς Λεγεώνας τους11.
Ἐπίσης σὲ περιπτώσεις βράβευσης ἀνδρείας ὁ λεγεωνάριος (Χριστιανὸς καὶ μή) ἔπαιρνε ὡς βραβεῖο στέφανους καὶ τὰ φάλαρα, phalerae, ποὺ εἶχαν σημάδια θεῶν καὶ εἰδωλολατρικῶν συμβόλων. Τὰ φάλαρα θεωροῦνταν μεγάλη τιμὴ γιὰ ἕναν Ρωμαῖο στρατιώτη. Ὅσοι Ἅγιοι, ἰδίως ἀξιωματικοί. βραβεύτηκαν ἀπὸ αὐτοκράτορες, ὅπως π.χ. ὁ Γεώργιος, σίγουρα ἔφεραν πάνω τους αὐτὰ τὰ βραβεῖα.




Ἀπὸ χριστιανικὴ σκοπιά, ἡ ζωὴ στὸ στρατόπεδο εἶχε σημαντικὴ σχέση μὲ τὶς παγανιστικὲς λατρεῖες. Γιὰ κάθε χριστιανὸ ποὺ εἶχε εὐαισθητοποιηθεῖ στὴν ἀποφυγὴ τῶν εἰδώλων πρέπει νὰ ἦταν ἀφόρητη ἡ πανταχοῦ παροῦσα παρουσία αὐτοκρατορικῶν πορτρέτων12, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Stoll, ἦταν πανταχοῦ παρόντα στὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ στρατοπέδου μὲ τὴ μορφὴ ἀγαλμάτων, τὰ πορτρέτα στὴ σήμανση ἢ στὸν διάφορο ἐξοπλισμὸ (παρέλασης) τῶν στρατιωτῶν (βλ. φωτογραφίες). Τὸ πιὸ δύσκολο ὅμως γιὰ τοὺς χριστιανοὺς λεγεωνάριους ἦταν τὸ στενὸ δίκτυο λατρευτικῶν ὑποχρεώσεων στὸ ὁποῖο ἐνσωματωνόταν ἕνας στρατιώτης. Οἱ τρεῖς τομεῖς (ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ὅρκους καὶ τὰ σύμβολα, ποὺ προαναφέρθηκαν) ποὺ καθόριζαν τὴ θρησκευτικὴ ζωὴ ἑνὸς λεγεωνάριου ἦταν:
Α) Ὁ κάθε λεγεωνάριος ἢ βοηθητικός στρατιώτης (auxilia), ἔπρεπε νὰ λάμβάνει μέρος σὲ μιὰ σειρὰ λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους, στὶς ὁποῖες ὁ νόμος ὅριζε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμφανίζεται μὲ πλήρη στολή. Αὐτὲς οἱ γιορτές, ποὺ συνοψίζονται στὸν ὅρο «στρατιωτικὴ θρησκευτικὴ λατρεία», καταγράφονται στὸ λεγόμενο «feriale duranum. Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι τὸ feriale duranum στὸ σύνολό του μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἔγκυρο μόνο γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Σεβήρου Ἀλεξάνδρου (224-236 μ.Χ.).
Κάθε Ρωμαῖος αὐτοκράτορας ἔθετε, ὅπως εἴδαμε παραπάνω, τὶς δικές του προτεραιότητες στὸ ἡμερολόγιο τῶν ἑορτῶν. Ὁ στόχος αὐτῆς τῆς ἐπίσημης θρησκείας τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία ἀντιπροσώπευε ἕνα μεῖγμα αὐτοκρατορικῆς λατρείας καὶ παραδοσιακῶν ἑορτῶν, ἦταν πιθανῶς ἡ τελετουργία τῆς καθημερινῆς ζωῆς προκειμένου νὰ αὐξηθεῖ ἡ ταύτιση τῶν στρατιωτῶν μεταξύ τους ὡς σύνολο καθὼς καὶ μὲ τὸ κράτος.
Β) Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ στρατιωτικὴ θρησκευτικὴ λατρεία, ὑπῆρχαν καὶ ἄλλες λατρευτικὲς ἐκδηλώσεις, ποὺ ὁ Stoll περιγράφει ὡς «ἡμιεπίσημες στρατιωτικὲς λατρεῖες». Καὶ ἐδῶ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἦταν ἀξιωματικοὶ (ἢ τουλάχιστον συνάδελφοι) ποὺ τελετουργοῦσαν γιὰ λογαριασμὸ τῶν στρατευμάτων τους. Σύμφωνα μὲ τὸν Stoll, αὐτὲς οἱ ἡμιεπίσημες λατρεῖες περιλαμβάνουν: συνταγματικὲς παραδόσεις (Genius), λατρεία τῶν πατρικῶν καὶ τῶν τοπικῶν θεοτήτων ἀπὸ τὴν περιοχὴ ποὺ στάθευμε ἡ μονάδα κλπ.. ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε πηγὲς ποὺ νὰ ἀποδεικνύουν τὸ ἀντίθετο, μπορεῖ νὰ ὑποτεθεῖ ὅτι τὰ ὅρια τῆς ἰδιωτικῆς εὐσέβειας τῶν μεμονωμένων στρατιωτῶν ἦταν ἀσαφῆ ἐδῶ καὶ ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτὲς τὶς λατρεῖες ἦταν λίγο πολὺ ἐθελοντικὴ ἢ προσωπικὴ μέριμνα τοῦ ἀτόμου. Παρόλα αὐτὰ ἡ κατάσταση γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς λεγεωνάριους ἦταν τρομερὰ δύσκολη.
Βλέπουμε λοιπόν, ὅτι ἂν κάποιος Χριστιανὸς ἤθελε νὰ ὑπηρετήσει ὡς λεγεωνάριος ἔπρεπε στὴν πλειοψηφία τους νὰ πράξει ἢ (τὸ πιὸ πιθανόν) νὰ ὑποκρίνεται ὅτι πράττει τὰ παραπάνω, τὰ ὁποῖα, ἂν ἴσχυαν σήμερα, οἱ γνωστοὶ σήμερα κηρύττοντες πατέρες θὰ τὰ ὀνόμαζαν ἀντίχριστα καὶ τοὺς Χριστιανοὺς αὐτοὺς, μεταξύ τους μάλιστα πολλοὺς Ἁγίους, θὰ τοὺς καταδίκαζαν ὡς προδότες τῆς Πίστεως. Διαβάζουμε σὲ ἕνα σχετικὸ ἄρθρο:
«Ένα άτομο που συχνά παραβλέπεται σε αυτή τη συζήτηση είναι ένας Χριστιανός που ονομάζεται Sextus Julius Africanus. Γεννημένος στην Aelia Capitolina (παλαιότερα γνωστή ως Ιερουσαλήμ), υπηρέτησε ως αξιωματικός στο ρωμαϊκό στρατό πριν ενταχθεί στη δημόσια υπηρεσία ως διπλωμάτης κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σεβήρου Αλεξάνδρου (σσ. ὁ Σεβῆρος ὴταν διώκτης τῶν Χριστιανῶν)…. Συναντήθηκε και αργότερα αλληλογραφούσε με τον Ωριγένη. Τα θέματα των γραπτών του τον αποκαλύπτουν ότι είναι πολυμαθής και ένας από τους πρώτους χριστιανούς διανοούμενους που διακλαδίστηκαν από τη θεολογία και σε άλλους τομείς… Οι απόψεις του για τον πόλεμο και την εγκυρότητα του κράτους δεν έχουν διασωθεί, αλλά βλέποντας πώς εκπλήρωσε τα καθήκοντα και των δύο και έγραψε για αυτά, φαίνεται ότι δεν αποδοκίμασε κατηγορηματικά κανένα από τα δύο» (ἐδῶ).
Βλέπουμε ἐδῶ λοιπόν, ἕνα Χριστιανὸ νὰ ὑπηρετεῖ ὡς διπλωμάτης καὶ μάλιστα μὲ ἐπιτυχία καὶ συνέπεια ἕναν αὐτοκράτορα διώκτη καὶ φυσικὰ ἐννοεῖται ὅτι ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ πράξει αὐτὸ ἐὰν δὲν ἔφερε τὰ συμβολά του. Τὸν ἐμπόδισε αὐτὸ νὰ πιστέψει καὶ μάλιστα νὰ ὁμολογεῖ καὶ νὰ θεολογεῖ; Φυσικὰ ὄχι.
Ἂς δοῦμε ὅμως, ποιά ἦταν ἡ ἱστορικὰ ἀποδεδειγμένη στάση τῶν Χριστιανῶν λεγεωνάριων σχετικὰ μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ὑποχρεώσεις τους.
Ὰς ἀρχίσουμε μὲ τὴν ἀρνητικὴ στάση. Κάποιοι Χριστιανοὶ ἀπέρριψαν ἀμέσως τὰ αὐτοκρατορικὰ σύμβολα καὶ γι’ αὐτὸ θανατώθηκαν/μαρτύρησαν. Παράδειγμα μίας τέτοιας στάσης ἀποτελεῖ ὁ Μάρτυρας Μαξιμιλιανὸς ἀπὸ τὴν Νουμιδία ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στὶς 12 Μαρτίου τοῦ ἔτους 295 μ.Χ. Ὁ Μάρτυρας αὐτὸς ἀρνήθηκε νὰ φορέσει τὸ «signaculum», δηλ. τὴν σφραγίδα ἀπὸ μόλυβδο. Διαβάζουμε στὴν «Acta Maximiliani»12 τὰ λόγια του:
«Non accipio signaculum saeculi; et si signaveris, rumpo illud, quia nihil valet. Ego Christianus sum, non licet mihi plumbum collo portare, post signum salutare Domini mei Jesu Christi…».
Δηλ. «δὲν θὰ πάρω τὸ signaculum saeculi καὶ ἂν μοῦ τὸ δώσετε θὰ τὸ σπάσω, διότι εἶμαι Χριστιανὸς καὶ δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ φέρω τέτοια σύμβολα, ἀφοῦ βαπτίστηκα».
Ὅμως ὅλοι οἱ ἱστορικοὶ συμφωνοῦν ὅτι τέτοιες περιπτώσεις ἦταν μεμονωμένες καὶ μᾶλλον ἐπρόκειτο γιὰ ἐξαναγκασμένες στρατολογήσεις. Διότι ὁ Μαξιμιλιανὸς θὰ ἔπρεπε νὰ γνώριζε −ἂν πῆγε ἐθελοντικὰ στὴν Λεγεώνα− ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθεῖ ἕνα τέτοιο σύμβολο. Ἄρα πῆγε χωρὶς τὴν θέλησή του καὶ γι’ αὐτὸ δὲν δέχθηκε τὸ «signaculum».
Ὅμως ἀπὸ τὸ παράδειγμα αὐτὸ φαίνεται ἀπολύτως ξεκάθαρα, ὅτι τὸ «signaculum» δὲν ἦταν ἀποδεκτὸ ἀπὸ πολλοὺς Χριστιανοὺς καὶ ὅτι χωρὶς αὐτὸ δὲν μποροῦσες νὰ μείνεις καὶ μάλιστα νὰ κάνεις καριέρα στὴν λεγεώνα, ὅπως π.χ. ἔκαναν μεγάλοι Ἅγιοι, ὄντες ἤδη Χριστιανοί. Τὸ ἐπιχείρημα ποὺ ἀντιπαραθέτουν κάποιοι ἀντιστόρητοι, ὅτι οἱ Ἅγιοι βαπτίσθηκαν ὄντες ἤδη λεγεωνάριοι καταρρίπτεται, διότι ἀκόμα καὶ ἔτσι νὰ ἦταν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν σταματήσει τὴν ὑπηρεσία τους, πράγμα ποὺ καμία πηγὴ καὶ κανένα συναξάρι δὲν ἀναφέρει. Ὅλοι ὁμολόγησαν, ὅταν τοὺς ζητήθηκε νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα καὶ στὸν αὐτοκράτορα (θὰ ἀναφερθεῖ καὶ παρακάτω).
Τὴν παραπάνω ἱστορικὴ θέση ἀποδεικνύουν τὰ −ἂς τὰ ὀνομάσουμε− θετικὰ παραδείγματα Χριστιανῶν.
Ἂς δοῦμε πρῶτα τὴν περίπτωση τοῦ Χριστιανοῦ λεγεωνάριου Ἐμετέριου, τοῦ ὁποίου τὸν τάφο γνωρίζουμε. Πάνω στὴν ταφόπλακα βλέπουμε ξεκάθαρα τὸ Χριστόγραμμα.
Γράφει ἡ ταφόπλακά του:
„Hic iacit Emeterius c(e)n/t(enarius) ex numer(o) gentil(ium) qu/i vixit ann(os) quinquagi/nta militavit p(lus) m(inus) / XXV D(eo) D(omino?) PX(Christo) d(evotus?) (CIL 13, 8331). Δηλ.
«Ἐδῶ κεῖται ὁ Ἐμετέριος, Κεντυνάριος ἀπὸ τὴν μονάδα Νούμερους Γκεντύλιους, ὁ ὁποῖος ἔζησε 50 χρόνια καὶ ὑπηρέτησε 25 χρόνια μέχρι νὰ παραδώσει τὸ πνεῦμα τὸν Κύριο τὸν Θεό, ἀφιερωμένος στὸν Χριστό».
Ὁ Ἐμετέριος, λοιπόν, ἦταν Χριστιανός, ποὺ ὑπηρέτησε καὶ μάλιστα πιστὰ καὶ ὡς ὑπαξιωματικός (Κεντυνάριος) τὴν Λεγεώνα 25 χρόνια. Θὰ τὸ ἔκανε αὐτὸ μὴ φέροντας τὰ σύμβολά της καὶ μὴ δίνοντας ὅρκο στὸν αὐτοκράτορα; ἡ δὲ ταφόπλακά του δὲν βρέθηκε σὲ κατακόμβες ἀλλὰ σὲ ἐπίσημο τάφο, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὸν ἔθαψαν οἱ συστρατιῶτες του κατὰ πάσα πιθανότητα μὴ Χριστιανοί. Ὁ Ἐμετέριος δὲν ἀπαρνήθηκα παρολα αὐτὰ τὴν πίστη του καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι τὸ Χριστόγραμμα στὸν τάφο του ἦταν δική του ἐπιθυμία ὡς μία ὁμολογία Πίστεως.
Ἕνα παρόμοιο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ περίπτωση τοῦ Γαλάτη λεγεωνάριου Αὐρηλίου Γάϊου ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 3ου αιώνα. Στὴν διασωθεῖσα ἐπιτύμβια στήλη του βρίσκουμε τὴν ἔκφραση «ἕως τῆς ἀναστάσεως», ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι πρόκειται περὶ Χριστιανοῦ. Στὴν ἴδια στήλη ἀναφέρεται ὅτι ὁ Αὐρέλιος εἶχε πολυετὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία σὲ τρεῖς διαφορετικὲς λεγεῶνες καὶ «πρόκοψε» στὴ στρατιωτικὴ ἱεραρχία14. Ὁ Χριστιανὸς αὐτὸς ὑπηρέτησε ἐπὶ τοῦ «Ἀντιχρίστου» Διοκλητιανοῦ καὶ φυσικά, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ πρόκοβε στὴν στρατιωτικὴ ἱεραρχία ἂν εἶχε ἀρνηθεῖ τὰ προαναφερθέντα σύμβολα καὶ τὶς σφραγίδες.
Συνεχίζουμε μὲ τὶς πηγές:
Διαβάζουμε σχετικὰ μὲ τὴν «κεραυνοβόλο Λεγεώνα», τὴν XII Fulminata. Πρώτη ἀναφορὰ γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ποὺ συνέβη μεταξὺ 171-174 μ. Χ. ἔχουμε ἀπὸ μία ἐπιστολὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μάρκου Αὐρηλίου (ἑνὸς διώκτη τῶν Χριστιανῶν) στὴ σύγκλητο. Αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ γνώριζαν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς:
«Ένα τέτοιο θαυμάσιο γεγονός αναφέρεται στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου επισκόπου Καισαρείας (Βιβλ. Ε’ 5, 1-7) και το οποίο παραθέτουμε σε ελεύθερη απόδοση για διευκόλυνση των αναγνωστών. Οι μαρτυρίες των συγχρόνων εκκλησιαστικών συγγραφέων, όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκαν από τους ειδωλολάτρες αλλά επιβεβαιώθηκαν με σχετικές μαρτυρίες, το οποίο όντως αποτελεί αναμφισβήτητη απόδειξη της αληθείας. Όσοι και πάλι δεν θέλουν να πιστέψουν μπορούν να σφραγίσουν τα μάτια και τ’ αυτιά τους…
***
Βρισκόμαστε στα 172 μ.Χ. Οι Λεγεώνες του Ρωμαίου Καίσαρος Μάρκου Αυρηλίου είναι παρατεταγμένες σε μάχη εναντίων των Γερμανικών και Σαρματινών ορδών. Όμως το στράτευμά του πιέζεται σφοδρά από δίψα και ο ίδιος από βασανιστικότερη αμηχανία. Τότε οι στρατιώτες της Μελιτηνής Λεγεώνας (οι λεγεωνάριοι αυτοί δεν ήταν ειδωλολάτρες αλλά Χριστιανοί), των οποίων η συνοχή και ανδρεία στις μάχες ήταν ξακουστή εξ αιτίας της κοινής τους πίστης, γονάτισαν- κατά την χριστιανική συνήθεια- και επιδόθηκαν σε θερμή ικεσία προς τον Θεόν.
Αυτό το θέαμα φάνηκε παράδοξο προς τους εχθρούς όμως αμέσως πρόβαλε ένα ακόμη παραδοξότερο συμβάν. Μία σφοδρή ανεμοθύελλα κατέστρεψε τα στρατεύματά τους και τους ανάγκασε σε άτακτη φυγή. Αντίθετα μία ευεργετική βροχή έπεσε στον τόπο της Ρωμαϊκής στρατιάς- στην οποίαν ανήκαν οι ικετεύσαντες τον Κύριον- και την αναζωογόνησε την στιγμή που επρόκειτο να υποκύψει από την δίψα, όπως προαναφέραμε.
Η ιστορία αυτή καταγράφεται και από τους θύραθεν (=εκτός Εκκλησίας) ιστορικούς αλλά και από τους δικούς μας. Οι μεν πρώτοι αναφέρονται στο παράδοξο γεγονός χωρίς να ομολογούν πως αυτό συνέβη εξ αιτίας των δικών μας προσευχών. Από την άλλοι πλευρά, οι Χριστιανοί συγγραφείς, επειδή είναι φίλοι της Αληθείας, διηγούνται το γεγονός με απλότητα και ειλικρίνεια.
Ο Απολλινάριος μας παραδίδει και ακόμη μία πληροφορία σχετικά με το εν λόγω συμβάν. Λέγει πως από τότε και εξ αιτίας αυτής της θαυμαστής νίκης, ο βασιλιάς έδωσε στην λεγεώνα αυτήν την προσηγορία «Κεραυνοβόλος». Ακόμη ένας αξιόπιστος μάρτυς είναι ο Τερτυλλιανός, ο οποίος στην προς την σύγκλητο Απολογία του (υπέρ των Χριστιανών) αναφέρει το θαύμα αυτό με μεγαλύτερες και εναργέστερες αποδείξεις» 14.
Ἐδῶ βλέπουμε ὄχι ἕναν λεγεωνάριο ἀλλὰ μία ὁλόκληρη Λεγεώνα νὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ Χριστιανοὺς καὶ μάλιστα ἠ λεγεώνα αὐτὴ ἦταν ξακουστὴ γιὰ τὴν πολεμική της δράση. Οἱ χριστιανοὶ λεγεωνάριοι συνέχισαν νὰ εἶναι Χριστιανοί, προσευχήθηκαν μάλιστα πρὶν τὴν μάχη στὸν Θεό, εἶχαν ὅμως ἀποδεχθεῖ καὶ ἔφεραν μὲ τιμὴ ὅλα τὰ προαναφερθέντα σύμβολα τῆς λεγεώνας καὶ μάλιστα πολεμοῦσαν γιὰ ἕναν αὐτοκράτορα ποὺ ἦταν διώκτης τῶν Χριστιανῶν. Οἱ Χριστιανοὶ Ἀπολογητὲς ὑπεράσπισαν καὶ ἐπαίνεσαν τὴν στάση τους καὶ τὴν ὑποστήριξή τους στὸν Αὐτοκράτορα καὶ παρόλο ποὺ ὁ Τερτυλλιανὸς ἦταν ἀρνητικὸς στὴν χρήση ὅρκου καὶ στρατιωτικῶν πόσο μάλιστα αὐτοκρατορικῶν συμβόλων ἀπὸ Χριστιανούς (τονίζεται ἐδῶ σὲ ὅσους βιαστικούς, ὄτι ὅλα γράφτηκαν πρὶν ὁ Τερτυλλιανὸς στραφεῖ στὴν αἵρεση). Γράφει σχετικά (Ἀπολ. 5, 5–6):
«Ἐμεῖς ἀναφέρουμε ἕναν προστάτη τῶν Χριστιανῶν, τὸν ἀξιότιμο αὐτοκράτορα (σσ. Τὸν Μᾶρκο Αὐρήλιο), ποὺ σὲ ἐπιστολή του γράφει, ὅτι στὴν ἐκστρατεία κατὰ τῶν Γερμανῶν ἡ δολοφονικὴ δίψα τῶν ἐχθρῶν ἔσβησε μὲ τὴν βροχὴ ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὴν προσευχὴ τῶν Χριστιανῶν».
Ἐδῶ ὁ Τερτυλλιανὸς ὑμνεῖ ἕναν αὐτοκράτορα παρόλο ποὺ αὐτὸς ἐδίωξε τοὺς Χριστιανοὺς στὴν Γαλατία καὶ δὲν διαμαρτύρεται ποὺ οἱ Χριστιανοὶ στρατιῶτες ὁρκίστηκαν πίστη καὶ ἔφεραν τὰ σύμβολα τοῦ ἀυτοκράτορα αὐτοῦ.
Ὁ Τερτυλλιανὸς γράφει μάλιστα στὴν «Ἀπολογία» του (ποὺ ἐπαναλαμβάνω γράφτηκε πρὶν γίνει μοντανιστής), ὡς ἀπόδειξη τῆς νομιμοφρονύνης τῶν Χριστιανῶν στὴν Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία (30, 32, 42):
«Προσευχόμαστε γιὰ παράταση τῆς ζωῆς. Γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς αὐτοκρατορίας· γιὰ προστασία στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο. Γιὰ γενναίους στρατούς, μία πιστὴ σύγκλητο, ἕναν ἐνάρετο λαό, τὸν κόσμο σὲ ἀνάπαυση, ὅ,τι, θὰ ἤθελε ὁ άνθρωπος ἢ ὁ Καίσαρας». Ἦταν οἱ Χριστιανοὶ ἀπολογητὲς προδότες τῆς Πίστεως καὶ ἄξιοι μὴ κοινωνίας; Ὃ μὴ γένοιτο. Παρόλα αὐτὰ ὑπακούσαν σὲ ἔνα ἄθεο καὶ ἐχθρικὸ στὴν πίστη τους κράτος καὶ στὰ σύμβολά του πιστοὶ στὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου (τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι). Αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκαναν οἱ Χριστιανοὶ ἦταν νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ θυσιάσουν στὸν αὐτοκράτορα ἢ τὰ εἴδωλα.
Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς στὸν «Προτρεπτικό» του (195 μ. Χ.) γράφει, ὅτι ὁ στρατιώτης πρέπει νὰ ὑπακούει τὶς δίκαιες διαταγὲς τοῦ στρατηγοῦ του, ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν σχεδὸν πάντα εἰδωλολάτρης:
«Γεώργει, φαμέν, εἰ γεωργὸς εἶ, ἀλλὰ γνῶθι τὸν θεὸν γεωργῶν, καὶ πλεῖθι ὁ τῆς ναυτιλίας ἐρῶν, ἀλλὰ τὸν οὐράνιον κυβερνήτην παρακαλῶν·στρατευόμενόν σε κατείληφεν ἡ γνῶσις τοῦ δίκαια σημαίνοντος ἄκουε στρατηγοῦ».
Ὁ δὲ ἅγ. Κλήμης Ρώμης στὴν Α΄ Πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του, χρησιμοποιώντας τὸ λεξιλόγιο τῆς Λεγεώνας καὶ τὴν ὑποχρέωση ὑπακοῆς στοὺς ἀξιωματικοὺς γιὰ να συμφιλιώσει τοὺς Κορίνθιους γράφει:
«Στρατευσώμεθα οὖν, ἄνδρες αδελφοί, μετὰ πάσης ἐκτενείας ἐν τοῖς ἀμώμοις προστάγμασιν αὐτοῦ. κατανοήσωμεν τοὺς στρατευομένους τοῖς ἡγουμένοις ἡμῶν, πῶς εὐτάκτως, πῶς ἑκτικῶς, πῶς ὑποτεταγμένως ἐπιτελοῦσιν τὰ διατασσόμενα. οὐ πάντες εἰσὶν ἔπαρχοι οὐδὲ χιλίαρχοι οὐδὲ ἑκατόνταρχαι οὐδὲ πεντηκόνταρχοι οὐδὲ τὸ καθεξεῆς, ἀλλ’ ἕκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι τὰ ἐπιτασσόμενα ὑπὸ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἡγουμένων ἐπιτελεῖ» (Α΄ Κλημ. 37, 13)
Ἦταν λοιπόν αὐτοὶ προδότες τῆς Πίστεως ἢ σφραγισμένοι;
Ὅσον ἀφορᾶ μάλιστα τὸ θέμα τῶν Χριστιανῶν ποὺ ἐξαναγκάστηκαν ὡς στρατιῶτες νὰ θυσιάσουν:
Ἀπὸ τὰ γραπτὰ τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ (π.χ. Cypr. laps. 12 13), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ διάφορες μαρτυρικὲς ἀναφορές, γνωρίζουμε ὅτι ὑποστηρίχθηκε ἀπὸ τὴ Ρωμαϊκὴ πλευρά, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὁρισμένους ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς θιγόμενους δηλ. τοὺς Χριστιανούς, ὅτι ἡ θυσία ποὺ τελέστηκε ὑπὸ ἐξαναγκασμὸ δὲν ἀντιπροσώπευε καμία βλάβη στὸ ἄτομο ποὺ ἔκανε τὴν θυσία. Ὁ ἅγ. Κυπριανὸς δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν δικαιολογία τοῦ ἐξαναγκασμοῦ, ἀλλὰ ἂν πράγματι ὑπῆρχε ἐξαναγκασμός, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε μαστίγωμα. Ὁ δὲ χριστιανὸς ἀπολογητὴς Λακτάντιος, ὁ «χριστιανὸς Κικέρων», στὸ ἔργο του «περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν τῶν Χριστιανῶν» ἀναφέρει, ὅτι χριστιανοὶ κατὰ τὴν διάρκεια ἡπατοσκοπίας, στὴν ὁποία παραβρίσκονταν ὡς βοηθοί (!!!) ἔκαναν τὸ σταυρό τους καὶ μὲ αὐτὸ ἔφευγαν οἱ δαίμονες: «Κατὰ τὴ διάρκεια παραμονῆς του στὰ ἀνατολικὰ μέρη τῆς αὐτοκρατορίας, -ἦταν διερμηνέας τοῦ μέλλοντος ἀπὸ φόβο- πρόσφερε θυσίες ζώων καὶ προσπάθησε νὰ κατανοήσει τὰ ἐπερχόμενα γεγονότα στὰ συκώτια τῶν ζώων. Τότε μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες, ποὺ γνώριζαν τὸν Κύριο, ὅταν τὸν βοήθησαν στὴ θυσία, ἔκαναν τὸ ἀθάνατο σημάδι στὰ μέτωπά τους. Αὐτὸ ἔδιωξε τὰ εἴδωλα καὶ ἀνέτρεψε τὴ θυσία» («Cum ageret in partibus Orientis, ut erat pro timore scrutator rerum futurarum, immolabat pecudes et in iecoribus erarum ventura quaerebat. Tum quidam ministrorum scientes dominum cum adsisterent immolanti, imposuerunt frontibus suis immortale signum; quo facto fugatis daemonibus sacra turbata sunt») (Lact., De Mortibus Persecutorum 10, 12).
Ἐδῶ μπορεῖ νὰ ρωτήσει κανεὶς εὐλόγως; Ἐὰν αὐτὸ συνέβη σὲ μία ἡπατοσκοπία, γιατὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ συνέβη σὲ μία τελετὴ στὴν λεγεώνα;
Παρεμπιπτόντως μὲ τὴν πηγὴ αὐτὴ ἀνατρέπεται καὶ τὸ ψευδοεπιχείρημα κάποιων, ὅτι ἂν πάρεις τὴν ταυτότητα δὲν θὰ μπορεῖς νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου ἢ ὁ σταυρός σου δὲν θὰ ἔχει καμία δύναμη.
Ἀξιοσημείωτον πάντως είναι, ὅτι μία τέτοια πρακτικὴ προστασίας διὰ τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ, μπορεῖ γιὰ πολλοὺς ἱστορικοὺς κάλλιστα νὰ ἐξηγήσει, γιατί μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μάρτυρες στρατιῶτες ποὺ περιγράφονται ὡς θρησκευόμενοι εἶχαν τόσο μεγάλη σταδιοδρομία, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς σύγκρουσης (θὰ τὸ διαπιστώσουμε ἀμέσως παρακάτω). Ἂς μὴν μᾶς διαφεύγει, ὅτι τὸ ἴδιο συνέβη μὲ πολλοὺς Χριστιανοὺς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς κομμουνιστικῆς δικτατορίας καὶ τῶν φοβερῶν διωγμῶν, ὅπου πολλοὶ Χριστιανοὶ ἀναγκάζονταν νὰ φέρουν τὰ κομμουνιστικὰ σύμβολα καὶ ἰδίως τὶς ταυτότητες τοῦ καθεστῶτος, χωρὶς νὰ χάσουν τὴν πίστη τους καὶ κάνοντας κρυφὰ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Πῶς ὀνόμαζαν οἱ Χριστιανοὶ αὐτοὶ π.χ. τὸν Στάλιν καὶ τὸν Λένιν; Ἀντίχριστο!!!
Ἀπὸ τὸν βίο τῶν Μεγαλομαρτύρων Ἁγίων
Διαβἀζουμε στὸν Συναξαριστή, ὅτι ὁ ἅγ. Γεώργιος εἶχε ὡς πατέρα τὸν Ἕλληνα στρατηγὸ Γερόντιο ἀπό οἰκογένεια συγκλητικῶν τῆς Καππαδοκίας. Αὐτὸς δίδαξε στὸ νεαρὸ Γεώργιο τὴ στρατιωτικὴ τέχνη καὶ μᾶλλον ἀπὸ αὐτὸν ἐπηρεασμένος ἀποφάσισε ὁ Ἅγιος νὰ καταταγεῖ καὶ νὰ σταδιοδρομήσει στὴν Λεγεώνα. Εἰδωλολάτρης ὁ Γερόντιος, βαφτίστηκε Χριστιανός πρός τό τέλος τῆς σύντομης ζωῆς του. Μητέρα τοῦ Ἁγίου ἦταν ἡ εὐλαβέστατη Πολυχρονία, Χριστιανή, πού ἀνέθρεψε τὸ Γεώργιο “ἐν παιδείᾳ Κυρίου” καί τὸν βάπτισε Χριστιανό σὲ μικρή ἡλικία. Ἄρα ὁ Ἅγιος κατατάχθηκε ὡς ἤδη Χριστιανὸς καὶ γνωρίζοντας τί τὸν περίμενε στὸν Ρωμαϊκὸ στρατό, ὅπου καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὸν ἡρωισμό του. Ἔτσι ἔγινε σημαιοφόρος, δηλ εἶχε τὴν τιμὴ νὰ φέρει τὰ σύμβολα τῆς λεγεώνας.

Μετὰ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ τριβούνου, τοῦ Χιλιάρχου (ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ τριβοῦνος «tribunus militum» (χιλίαρχος) ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἑκάστοτε μονάδος ἀνανέωνε τὸν ὅρκο τῶν στρατιωτῶν). Λίγο ἀργότερα, ὁ αὐτοκράτορας Διοκλητιανός (ὁ Ἀντίχριστος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης) τὸν ἔκανε δούκα (διοικητή) μὲ τὸν τίτλο τοῦ κόμητος (συνταγματάρχη) στὸ τάγμα τῶν Ἀνικιώρων τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς, ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα μιᾶς μεγάλης Ρωμαϊκῆς οἰκογένειας (Anicii), «πολλάκις πρότερον μεγαλοπρεπῶς διαπρέψας τοῦ τῶν σχολῶν μετὰ ταύτα πρώτου τάγματος κόμης κατ’ ἐκλογήν προεβλήθη».
Ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ ἀδαὴς δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλει, ὅτι αὐτὰ σίγουρα δὲν θὰ γίνονταν ἂν ὁ Ἅγιος δὲν ὑπάκουε ἢ δὲν ἔδειχνε τὸν σεβασμό του στὰ σύμβολα τῆς Λεγεώνας ἢ δὲν ἔφερε τὴν ταυτότητά του ἢ δὲν ὁρκιζόταν ὑπακοὴ στὸν Διοκλητιανό. Τὰ εἶχε διδαχθεῖ ἀπὸ τὸν πατέρα του. Μάλιστα ἔγινε ἀξιωματικὸς τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρᾶς, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται. Τὸ μαρτύριό του ἦλθε μόνο ὅταν ἔπρεπε νὰ ὁμολογήσει ὅτι εἶναι Χριστιανός. Αὐτὸ φυσικὰ ὁ Ἅγιος, δὲν ἀρνήθηκε νὰ τὸ ὁμολογήσει. Εἶπε τὸ «Χριστιανός εἰμί», γεγονὸς ποὺ δείχνει, ὅτι ἔως τότε δὲν γνώριζαν οἱ ἀνώτεροί του, ὅτι εἶναι χριστιανός.
Τὸ ἴδιο διαβάζουμε καὶ στὸν βίο τοῦ ἁγ. Ἀκακίου. Ὑπηρετοῦσε ὡς Χριστιανὸς στὶς στρατιωτικὲς τάξεις, καὶ εἶχε διοικητὴ τὸν ἑκατόνταρχο Φρῆμο. Κάποια μέρα αὐτός, μὲ ἀνωτέρα διαταγή, ἀνέκρινε τοὺς στρατιῶτες του γιὰ νὰ ἐξακριβώσει, πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν χριστιανοί. Μεταξὺ αὐτῶν ποὺ ὁμολόγησαν ἦταν καὶ ὁ Ἀκάκιος. Κι ἐδῶ βλέπουμε, ὅτι μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς ἀνακρίσεως, ὁ ἑκατόνταρχος δὲν μποροῦσε νὰ ξεχωρίσει ἂν κάποιος ἦταν Χριστιανός, ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ στρατιῶτες, καὶ οἱ Χριστιανοί, ἔκαναν τὰ καθήκοντά τους καὶ ἔφεραν τὰ σύμβολά τους, γεγονὸς ὅμως ποὺ δὲν ἐμπόδισε οὔτε κατ’ ἐλάχιστον τὴν ὁμολογία τους.
Ἂς δοῦμε ὅμως τὴν περίπτωση κι ἄλλων μεγάλων Ἁγίων:
Ὁ ἅγιος Εὐστάθιος δὲν ήταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ Χριστιανός. Ὑπῆρξε πρὶν βαπτισθεῖ ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπιφανεῖς καὶ ἔνδοξους στρατηγοὺς τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους καὶ ἔζησε στοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ (98-117 μ.Χ.). Ὅταν βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ὁ Τραϊανὸς τὸν ἔδιωξε ἀπὸ τὸ στράτευμα. Ὅταν ὅμως βάρβαροι εἰσέβαλαν στὸν Δούναβη ὁ αὐτοκράτορας Τραϊανός θυμήθηκε τὸν στρατηγὸ Πλακίδα (ἔτσι ὀνομαζόταν πρὶν τὴν βάπτισή του), ἐφ’ ὅσον καὶ ὅλοι οἱ στρατιῶτες ἐκεῖνον ζητοῦσαν ὡς ἡγέτη καὶ τὸν ἀνεκήρυξε στρατηλάτη. Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος ὡς ἀρχηγός πλέον τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατεύματος κατόρθωσε νὰ κατατροπώσει τοὺς ἐχθροὺς τοῦ κράτους καὶ τοῦ αὐτοκράτορα. Μετὰ ἀκολούθησε τὸ μαρτύριο του, διότι ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στοὺς Θεοὺς καὶ διακήρυξε τὴν πίστη του.
Ἐδῶ τίθενται τὰ ἑξῆς εὔλογα ἐρωτήματα:
Θὰ ἀνακήρυττε ὁ Τραϊανὸς τὸν ἅγιο Εὐστάθιο στρατηλάτη, ἂν δεν εἶχε πρῶτα ἀνανεώσει τὸν ὅρκο του, λάβει τὴν σφραγίδα του καὶ ὁρκιστεῖ πίστη στὸν αὐτοκράτορα; Ὅποιος γνωρίζει τὴν Ρωμαϊκὴ ἱστορία θὰ ἀπαντήσει φυσικὰ μὲ ἕνα ὄχι.
Θὰ ὁδηγοῦσε ὁ Ἅγιος τὰ στρατεύματα χωρὶς πρῶτα νὰ τηρήσει τὸ τυπικὸ τῆς λεγεώνας (ὅρκο ἀφοσίωσης, τιμὴ στὰ σύμβολα τῆς Λεγεώνας, νίκη γιὰ τὴν Ρώμη κλπ.) μετὰ ἀπ’ ὅσα ἔχουμε πεῖ μέχρι τώρα; Φυσικὰ ὄχι.
Καὶ πρέπει ἰδιαίτερα νὰ τονιστεῖ ὅτι ὅλοι οἱ λεγεωνάριοι, καὶ οἱ Ἅγιοι, ἔφεραν μπροστὰ ἀπὸ τὸ στράτευμα καὶ προστάτευαν τὸν ἀητὸ τῆς Λεγεώνας ποὺ ἦταν ἀπεικόνιση τοῦ Διός.
Ὁ Ἅγιος καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι μαρτύρησαν, ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα καὶ γιατὶ ἀρνήθηκαν νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ ὄχι γιατὶ δὲν δέχθηκαν νὰ φέρουν τὰ σύμβολα τῆς λεγεώνας. Τὰ ἴδια ίσχύουν π.χ καὶ γιὰ τὸν ἅγ. Ἀνδρέα τὸν Στρατηλάτη, ἀρχιστράτηγο ἐπὶ Μαξιμιανοῦ, τὸν ἅγ. Θεόδωρο τὸν Στρατηλάτη, ἀρχιστράτηγο ἐπὶ Λικινίου καὶ τόσους ἄλλους. Πολλοὶ μάλιστα Χριστιανοὶ ἦταν καὶ πραιτωριανοί, δηλ. σωματοφύλακες τῶν ἄθεων καὶ ἀντίχριστων αὐτοκρατόρων: «In sacro comitatu dominorum nostrorum Diocletiani et Maximiani, Constantinii et Maximi, milites Christiani sunt et militant» (Act. Max. 2, 9).
Πρέπει νὰ ξανατονιστεῖ, διότι ἀλλιῶς κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ὑπηρετήσει: Ὅλοι αὐτοὶ ὀρκίστηκαν τοὺς ὅρκους τῆς Λεγεώνας, ἔφεραν πάνω τους ἢ τιμοῦσαν τὰ σύμβολα/σφραγίδες τῆς Λεγεώνας, πολέμησαν γιὰ «Ἀντίχριστους» αὐτοκράτορες τιμώντας τὸν ὅρκο καὶ τὸ ἀξίωμα τους. Δὲν πρόδωσαν ὅμως, ἀντιθέτως μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ ἁγίασαν.
Ὁ Ὠριγένης ἔλεγε ὅτι οἱ Ἅγιοι πολεμώντας γιὰ τὴν Ρώμη καὶ παρὰ τὰ σύμβολά της πολεμοῦσαν γιὰ τὴν κάθαρσή της καὶ ἐνάντια στοὺς δαίμονες:
«[…]Εἰ οὖν τοῦτ’ εὐλόγως γίνεται, πόσῳ μᾶλλον ἄλλων στρατευομένων καὶ οὗτοι στρατεύονται ὡς ἱερεῖς τοῦ θεοῦ καὶ θεραπευταί, καθαρὰς μὲν τηροῦντες τὰς δεξιὰςἀγωνιζόμενοι δὲ διὰ τῶν πρὸς θεὸν εὐχῶν ὑπὲρ τῶν δικαίως στρατευομένων καὶ ὑπὲρ τοῦ δικαίως βασιλεύοντος, ἵνα τὰ ἐναντία πάντα καὶ ἐχθρὰ τοῖς δικαίως πράττουσι καθαιρεθῇ; Ἡμεῖς δὲ καὶ ταῖς εὐχαῖς πάντας δαίμονας, τοὺς ἐγείροντας τὰ πολεμικὰ καὶ ὅρκους συγχέοντας καὶ τὴν εἰρήνην ταράσσοντας, καθαιροῦντες μᾶλλον βοηθοῦμεν τοῖς βασιλεύουσιν ἤπερ οἱ δοκοῦντες στρατεύεσθαι»16.
Ἀκόμα καὶ οἱ αὐστηροὶ Ἀπολογητὲς ὅπως ὁ προαναφερθεὶς Τερτυλλιανὸς κατάλαβαν, ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ ἀρνηθοῦν, ὅτι Χριστιανοὶ ὡς λεγεωνάριοι ἦσαν ἀντιμέτωποι μὲ τὰ ἤθη, τὰ σύμβολα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Λεγεώνας.
Στὴν Ἀπολογία του (16, 8) ποὺ γράφτηκε στὸ 195 (τονίζεται καὶ πάλι, πρὶν προσχωρήσει στὴν αἵρεση) λέγει:
„»Ὁλόκληρο τὸ στρατόπεδο τιμάει καὶ προσκυνάει τὶς σημαῖες καὶ τὰ σύμβολα καὶ ὁρκίζεται σ’ αὐτά».
Γι’ αυτὸ καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὰ δικαιολογήσουν λέγοντας ὅτι ἦταν ἁπλῶς σιωπῶντες καὶ παρόντες καὶ ὄχι συμμετέχοντες, πρᾶγμα ποὺ φυσικὰ δὲν στέκει ὡς ἐπιχείρημα: «Nam aequae quiescendo confirmas maiestatem eorum, cuius causa videberis obligatus. Quid refert, deos nationum dicendo deos an audiendo confirmes, iures per idola an ab alio adiuratus adquiescas?»17.
Σὲ ὅλα τὰ παραπάνω περὶ χριστιανῶν λεγεωνάριων παρακαλῶ τὸν ἀναγνώστη νὰ προσθέσει τὰ σύγχρονα παραδείγματα χριστιανῶν ἢ κρυπτοχριστιανῶν ποὺ ὑπηρέτησαν ὴ ἀκόμα ὑπηρετοῦν σὲ ἀντίχριστα στρατεύματα, φέροντας τὰ ἄθεα σύμβολά τους, κρατώντας ὅμως τὴν πίστη τους.
Βλέπουμε λοιπόν, ὅτι τὰ ὅποια σύμβολα ἢ «σφραγίσματα» στοὺς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τύπους τοῦ «Ἀντιχρίστου» δὲν ἀποτελοῦν τὸ σφράγισμα τῆς Ἀποκαλύψεως οὔτε συνεπάγονται προδοσία τῆς Πίστεως, διότι τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποκηρύξουμε τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Μὴν ξεχνοῦμε μάλιστα τὸ Λογγῖνο, τὸν ἐκατόνταρχο ποὺ παρὰ τὰ σύμβολα ποὺ ἔφερε, πίστεψε καὶ ἔδειξε μεγαλύτερη πίστη στὸν Κύριο ἀπὸ ὅτι ὁ ἐκλεκτὸς λαός Του, ὥστε καὶ ὁ Κύριος τὸν ἐπαίνεσε λέγοντας ὅτι τέτοια πίστη δὲν βρῆκε στὸ Ἰσραήλ. Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτό, ἂν ἦταν τσιπαρισμένος καὶ σφραγισμένος;
Ὁ ἀγώνας ἐναντίων τῶν νέων ταυτοτήτων εἶναι, ὅπως εἶπαν καὶ οἱ Ἄγιοι, δίκαιος, διότι οἱ νέες ταυτότητες λειτουργοῦν εἰς βάρος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν δημοκρατικῶν μας δικαιωμάτων. Εἶναι δίκαιος καὶ πρέπει νὰ συνεχιστεῖ, ἀλλὰ χωρὶς ἀβάσιμες προσωπικὲς γνῶμες καὶ χωρὶς ἀκρότητες. Εἶναι δίκαιος, διότι μᾶς δίνει μία γεύση τοῦ τί πρόκειται νὰ συμβεῖ τὸν καιρὸ τῶν ἐσχάτων. Πρέπει νὰ ἔχουμε συνείδηση τοῦ τὶ καὶ γιατὶ γίνεται. Ἡ ἀποδοχὴ ὅμως τῆς ταυτότητας δὲν σημαίνει ἀπάρνηση καὶ προδοσία τῆς Πίστεως. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κηρύττεται ἀπὸ ἄμβωνος, ὅτι ὅποιος πάρει τὴν ταυτότητα εἶναι προδότης τῆς Πίστεως καὶ ὑποταγμένος στὸν Σατανά, καὶ φυσικὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποκλείεται ἀπὸ τὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. Δὲν έπιτρέπεται νὰ ὑπάρχει διχόνοια καὶ μίσος λόγῳ τῆς ταυτότητας.
Ἂν ἀποφύγουμε αὐτὲς τὶς ἀκρότητες ποὺ δυστυχῶς σήμερα προκαλοῦν τρομερὴ σύγχυση καὶ ἀντιπαλότητα, θὰ ἐπιτύχουμε τὴν ἑνότητα ποὺ τόσο λείπει στὸν ὁμολογιακὸ χῶρο, θὰ ἀποφύγουμε τὴν διχόνοια καὶ τὴν καταδίκη τῶν ἀδελφῶν μας, ποὺ δυστυχῶς ἤδη συμβαίνει καὶ θὰ μπορέσουμε καλύτερα καὶ θεάρεστα νὰ πολεμήσουμε γιὰ τὰ Θεῖα καὶ τὰ δίκαια.
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου
Πλήρης η δημοσίευση ΕΔΩ



Μία απάντηση στο “Ἀναίρεση τῆς θέσεως, ὅτι ἡ νέα ταυτότητα ἀποτελεῖ τὸ σφράγισμα τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ ὅτι ὅσοι τὴν πάρουν ἀρνοῦνται τὴν πίστη τους, μὲ βάση τὸ παράδειγμα τῶν Χριστιανῶν, Ἁγίων καὶ μή, λεγεωνάριων-(μέρος Β).”
[…] […]
Μου αρέσει!Μου αρέσει!